2013BjorkPA-3831125110713.article_x4

[Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ενός θρύλου]

Η Μπιορκ Γκούδμουντσντοτιρ (Björk Guðmundsdóttir, 21 Νοεμβρίου 1965) είναι Ισλανδή μουσικός και τραγουδίστρια. Καλύπτει πολλά είδη μουσικής, όπως ποπ, τριπ χοπ, εναλλακτική ροκ, τζαζ, ατμοσφαιρική μουσική, ηλεκτρονική, φολκ και κλασική μουσική. Το όνομα της σημαίνει στα ισλανδικά ένα είδος δέντρου, η προφορά του ακριβέστερα αποδίδεται Πιέρκ,και του πατρωνυμικού Κβυδμυνστόουχτιρ.

Η Μπιορκ γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1965 στην πόλη Ρέικιαβικ της Ισλανδίας το 1965. Στην ηλικία των πέντε ετών εισήχθηκε στο μουσικό σχολείο Barnamúsikskóli Reykjavikur όπου φοίτησε για τα επόμενα δέκα χρόνια και πέρα από το τραγούδι, έμαθε να παίζει πιάνο και φλάουτο.

Ένας από τους δασκάλους της έδωσε στο RUV, το μοναδικό τότε ραδιοφωνικό σταθμό της Ισλανδίας, μία ηχογραφημένη κασέτα της Μπιορκ στην οποία τραγουδούσε το I love to love της Τίνα Τσαρλς. Η ηχογράφηση αυτή μεταδόθηκε στον αέρα – στο άκουσμα της, ο αντιπρόσωπος της δισκογραφικής εταιρίας Fálkinn επικοινώνησε αμέσως με την Μπιορκ.

Με τη βοήθεια του πατριού της, ο οποίος έπαιζε κιθάρα, ηχογράφησε ένα άλμπουμ (1977) με ισλανδικά παιδικά τραγούδια και διασκευές γνωστών τραγουδιών όπως το The Fool on the Hill των Beatles. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος.

Η Πανκ-ροκ άρχισε να επηρεάζει την Μπιορκ στην ηλικία των 14 ετών, σχηματίζοντας έτσι μία κοριτσίστικη μπάντα (Spit and Snot) και γρήγορα ακολούθησε ένα τζαζ συγκρότημα με την ονομασία Exodus (1979). Το 1980, αποφοίτησε από το μουσικό σχολείο και ένα χρόνο αργότερα αυτή και ο μπασίστας Τζέικομπ Μάγκνουσον σχημάτισαν τους Jam-80 που μετονομάστηκαν σε Tappi Tikarrass. Το άλμπουμ τους Miranda κυκλοφόρησε το 1983.

Στη συνέχεια η Μπιορκ μαζί με τους Einar Örn Benediktsson, Einar Melax, Guðlaugur Óttarsson και τον Μπιργκίρ Μόργκενσεν δημιούργησαν τους KUKL (στα ισλανδικά σημαίνει μαγεία), που ο ήχος τους έμοιαζε αρκετά με Γκόθικ ροκ. Το συγκρότημα περιόδευσε στην Ισλανδία με το αναρχικό γκρουπ Crass και αργότερα επισκέφτηκαν τη Μεγάλη Βρετανία για μία σειρά εμφανίσεων με τους Flux of the Pink Indians. Η μπάντα παρουσίασε δύο άλμπουμ (The Eye (1984), Holidays in Europe (1986)). Το καλοκαίρι του 1986, μερικά μέλη των KUKL σχημάτισαν τους Puk1, που αργότερα μετονομάστηκαν σε Sugarcubes.

Το πρώτο σινγκλ των Sugarcubes, Ammaeli, έγινε επιτυχία στη Μεγάλη Βρετανία και έτσι υπέγραψαν συμβόλαιο με την One Little Indian (Μεγάλη Βρετανία) και την Elektra Records (ΗΠΑ). Ηχογράφησαν τον πρώτο δίσκο τους Life’s Too Good το 1988, κάνοντας τους το πιο επιτυχημένο ισλανδικό συγκρότημα. Παράλληλα η Μπιορκ συμμετείχε σε διάφορους σχεδιασμούς που αφορούσαν την τζαζ και τη χάουζ μουσική.

Το 1992, οι εντάσεις μεταξύ της Μπιορκ και του Einar Örn Benediktsson οδήγησαν στη διάλυση της μπάντας. Η Μπιορκ μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου και ξεκίνησε σόλο καριέρα, προσεγγίζοντας αρχικά τον Νιλ Χούπερ, παραγωγό των Massive Attack. Η πρώτη της επιτυχία Human Behaviour συμπεριλήφθηκε στο πρώτο σόλο άλμπουμ της, Debut (1993), το οποίο δέχτηκε θετικές κριτικές και ψηφίστηκε ως Άλμπουμ της Χρονιάς από την NME και έγινε πλατινένιο στις ΗΠΑ.

Εκείνη την περίοδο συνεργάστηκε και με άλλους καλλιτέχνες όπως με τον Ντέιβιντ Άρνολντ στο Play Dead, το θέμα της ταινίας The Young Americans (1993), και ένα χρόνο αργότερα έγραψε το Bedtime story για το άλμπουμ της Μαντόνα Bedtime Stories (1994).

Το 1994 η Μπιορκ επέστρεψε στο στούντιο για τον επόμενο δίσκο της με τους Νιλ Χούπερ, Tricky, Γκράχαμ Μόσεϊ (808 State) και τον παραγωγό ηλεκτρονικής μουσικής Howie B. Το άλμπουμ Post (1995) έγινε πλατινένιο στις ΗΠΑ και κατατάχθηκε στο #373 στη λίστα με τα 500 Καλύτερα Άλμπουμ όλων των εποχών σύμφωνα με το περιοδικό Rolling Stone (2003). Θεωρείται ότι η Μπιορκ ονόμασε το δίσκο Post επειδή τα τραγούδια που το αποτελούσαν ήταν σαν γράμματα που η ίδια έστελνε από το Λονδίνο πίσω στην Ισλανδία.

Τον Ιανουάριο του 1997 κυκλοφόρησε το Telegram, ένα άλμπουμ με ρεμίξ τραγουδιών του Post και ένα νέο τραγούδι με τίτλο My Spine.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ Homogenic
Αργότερα την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το ονειρεμένο[εκκρεμεί παραπομπή] ηλεκτρονικό άλμπουμ Homogenic σε συνεργασία με τους παραγωγούς Μαρκ Μπελ και Howie B. Το Homogenic θεωρείται η πιο πειραματική και εξωστρεφής δουλειά της Μπιορκ ως σήμερα. Περιλάμβανε ηλεκτρονικά μπιτς που «απεικόνιζαν» τα ισλανδικά τοπία, κυρίως στο τραγούδι Joga, το οποίο συνδύαζε αισθησιακά έγχορδα όργανα με ηλεκτρονικά ξεσπάσματα. Μέσα από το Homogenic δημιουργήθηκαν αξιομνημόνευτα βίντεο, ειδικά το επικό Bachelorette (σκηνοθεσίας Μάικλ Γκούντριχ) και το All is Full of Love (σκηνοθεσίας Κρις Κάνιγκχαμ).

Το 2000 η Μπιορκ έπαιξε το ρόλο της τυφλής Σέλμα στην ταινία Dancer in the Dark του Λαρς Φον Τρίερ και ηχογράφησε το σάουντρακ της ταινίας, Selmasongs.

Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το άλμπουμ Vespertine (2001). Ήταν μία εσωστρεφής δουλειά που περιλάμβανε ορχήστρα δωματίου, χορωδίες και πολύ ήπια φωνητικά. Το βίντεο για το σινγκλ Pagan Poetry μέσα από το άλμπουμ λογοκρίθηκε εφόσον απεικόνιζε την Μπιορκ με γραφικά piercings (Τρυπήματα γλώσσας) και περιείχε γυμνές εικόνες.

Το 2002 κυκλοφόρησε ένα CD Box, Family Tree, που περιλάμβανε μια ανασκόπηση στην καριέρα της Μπιορκ με παλιότερες ακυκλοφόρητες εκδοχές των συνθέσεων της και μία συνεργασία με το κουαρτέτο Brodsky Quartet. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το Greatest Hits όπου τα τραγούδια επιλέχτηκαν από μία ψηφοφορία των φαν της Μπιορκ στην ιστοσελίδα της.

Αργότερα κυκλοφόρησε ένα box set, Live Box (2003), που περιλάμβανε τέσσερα CD με ζωντανές εμφανίσεις.

Τον Αύγουστο του 2004 η Μπιορκ ερμήνευσε το τραγούδι Oceania στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Καθώς τραγουδούσε το φόρεμα της ξετυλιγόταν σε έκταση 900 τ.μ. καλύπτοντας όλους τους αθλητές. Το Oceania γράφτηκε ειδικά για το γεγονός και συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ Medúlla (2004) το οποίο περιείχε κυρίως φωνητικά και η πλειοψηφία των ήχων ήταν ηλεκτρονικά επεξεργασμένες φωνές. Το Medúlla είχε μία ακατέργαστη, λαρυγγική και πρωτόγονη αίσθηση.

Μετά το καταστροφικό τσουνάμι στη Νοτιοανατολική Ασία, στα τέλη του 2004, η Μπιορκ ξεκίνησε να δουλεύει πάνω σε ένα νέο σχεδιασμό, Army of Mixes. Ο σχεδιασμός επιστράτευσε φαν και μουσικούς απ’όλο τον κόσμο να διασκευάσουν ή να κάνουν ρεμίξ στο κομμάτι Army of me. Το Army of Mixes συγκέντρωσε £250.000 για το έργο της UNICEF στην περιοχή της πληγείσας περιοχής.

Το 2005 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Drawing Restraint 9. Ήταν το ηχητικό μέρος της ομότιτλης ταινίας του συντρόφου της, Matthew Barney, και ήταν επηρεασμένο από τη γιαπωνέζικη παραδοσιακή μουσική. Στην ταινία, δύο εραστές σ’ένα φαλαινοθηρικό, κόβουν και τρώνε τα πόδια τους, πριν κάνουν έρωτα, μετατραπούν σε φάλαινες και κολυμπήσουν μακριά στη θάλασσα.

Οι Sugarcubes ενώθηκαν ξανά για μία συναυλία στο Ρέικιαβικ στις 17 Νοεμβρίου, 2006. Τα έσοδα θα δοθούν στη δισκογραφική εταιρία Smekkleysa SM.

Το Μάιο του 2007 κυκλοφόρησε το Volta σε συνεργασία με τους Timbaland, Antony Hegarty και Sjon. Για την προώθηση του άλμπουμ μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει τα σινγκλς Earth Intruders, Innocence και Declare Independence.

Το Μάιο του 2010 η Μπιορκ τιμήθηκε από την Σουηδική Βασιλική Ακαδημία με το βραβείο “Πόλαρ”. Ένα μήνα μετά ανακοινώνει τη συνεργασία της με τους Dirty Projectors πάνω στο άλμπουμ Mount Wittenberg Orca, το οποίο κυκλοφορεί στις 30 Ιουνίου του ίδιου έτους. Το Σεπτέμβριο κυκλοφορεί το νέο της κομμάτι “The Comet Song” μέρος του soundtrack της ταινίας “Moomins and the Comet Chase”. Τον ίδιο μήνα η Μπιορκ ερμηνεύει το κομμάτι “Gloomy Sunday” σε εκδήλωση για τη μνήμη του Alexander McQueen.

Η Μπιορκ μαζί με τον σκηνοθέτη Michel Gondry ανακοινώνουν τη συνεργασία τους πάνω σε ένα “τρισδιάστατο επιστημονικό project”. Τον Μάρτιο του 2011 ανακοινώνει τον τίτλο αυτού, Biophilia. Το project αυτό βασίζεται στη σύγχρονη τεχνολογία σε συνδυασμό με την επιστήμη και τη φύση. Τον Ιούνιο κυκλοφορεί το πρώτο της single με όνομα “Crystalline”. Για το κομμάτι αυτό, καθώς και για άλλα του εν λόγω άλμπουμ, κατασκευάστηκαν εκ νέου όργανα κάτω από καθοδήγηση της ίδιας της ερμηνεύτριας. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011. Ταυτόχρονα κυκλοφόρησαν 10 διαδραστικές εφαρμογές (για iPhone και iPad) μία για κάθε κομμάτι του Biophilia.

Παράλληλα με το πολυεπίπεδο μουσικό και εικαστικό αυτό πρότζεκτ αναπτύχθηκε το πρόγραμμα εκπαίδευσης Biophilia, που αποτελεί μια σειρά εργαστηρίων για μαθητές με στόχο την μελέτη και διερεύνεση της σχέσης μουσικής και επιστήμης. Το μάθημα απευθύνεται σε μαθητές ηλικίας 10-12 ετών, με πυλώνα διδασκαλίας την διαδραστική σουίτα εφαρμογών του ομώνυμου άλμπουμ. Το δημοτικό συμβούλιο του Ρέικιαβικ αποφάσισε να ασκήσει το πρόγραμμα σε όλα τα σχολεία της πόλης για τα επόμενα τρία χρόνια. Τον Ιούλιο του 2013, η Μπιορκ πρωταγωνιστεί σε ντοκιμαντέρ μαζί με τον Sir David Attenborough με τον τίτλο “Όταν η Björk συνάντησε τον Attenborough”. Μέσα σε αυτό Björk και Attenborough σε συνεργασία με επιστήμονες, συζητούν την σχέση του ανθρώπου με τη μουσική με επίκεντρο το Biophilia.

Τον Ιούνιο του 2014, η Μπιορκ εμφανίζεται στο άλμπουμ “Niggas on The Moon” του μουσικού σχήματος Death Grips συμμετέχοντας σε 8 κομμάτια. Τον ίδιο μήνα γίνεται γνωστό πως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης θα τιμήσει την καλλιτέχνιδα με μία έκθεση γύρω από την μακροχρόνια καριέρα της και με επίκεντρο το διαδραστικό σχήμα του Biophilia, κατά το εαρινό εξάμηνο του 2015.

H Μπιορκ συνεργάστηκε με τους παραγωγούς Arca και Haxan Cloak για τη δημιουργία του ένατου προσωπικού της άλμπουμ, με τίτλο Vulnicura. Στις 18 Ιανουαρίου του 2015, λίγες μόλις μέρες μετά την δημόσια ανακοίνωση του άλμπουμ και δύο μήνες πριν από την προγραμματισμένη κυκλοφορία του, το άλμπουμ υφίσταται διαρροή στο διαδίκτυο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την εσπευσμένη κυκλοφορία του στις 20 Ιανουαρίου του 2015, σε ψηφιακή μορφή μέσω του iTunes Store.

Το Vulnicura είναι μια απεικόνιση του τέλους της σχέσης της με τον επί 13 χρόνια σύντροφο της Matthew Barney, με στίχους που είναι συναισθηματικά φορτισμένοι και βιωματικοί. Η ίδια στην επίσημη σελίδα της στο Facebook, το χαρακτήρησε ως έργο “πόνου ψυχής”. Αυτό δηλώνει και η προέλευση του τίτλου Vulnicura, αποτελούμενη απο τις λατινικές λέξεις ‘Vulnus’ και ‘Cura’, που στα ελληνικά σημαίνουν ‘Πληγή’ και ‘Φροντίδα’.

Πηγή: wikipedia

No more articles