Έμοιαζε με ποιήμα: Οι στίχοι του, πάντα με ομοιοκαταληξία, σιγοψιθυρίζονται από το κοινό. “Επέστρεψε”, φωνάζουν όλοι με ένα αίσθημα ανακούφισης, όλοι αυτοί οι συνοδοιπόροι, που προσπαθούν να επιβιβαστούν στη νέα του ιδέα. Ξεχνούν, όμως, πως αυτός, ο Galliano, είναι ένα πνεύμα ακυβέρνητο. Το ίδιο ισχύει και για την ιδέα του, τα κομμάτια της οποίας αυτή τη φορά δε συμπληρώνονται από το παρελθόν, αλλά από το παρόν.

Μιλώντας για το παρελθόν, αρκεί να ανατρέξουμε στο 2011, όταν η δημοσίευση ενός video στάθηκε η αιτία να απoλυθεί από τον οίκο Dior. Πολλοί τότε τον αποκάλεσαν άρρωστο, ακόμα και επικίνδυνο. Αυτός είναι και ο λόγος που στο τέλος του χθεσινού show στο σύγχρονο γυάλινο κτήριο του Λονδίνου εμφανίστηκε με μία χειρουργική στολή, μία επιβεβαίωση – μέσω της αδάμαστης ειρωνίας του- πως όχι μόνο είναι καλά, αλλά και ικανός να σώσει και άλλους, αρκεί να αφεθούν στα χέρια του. Και αφέθηκαν πολλοί. Aπό την Kate Moss που “ανατρίχιασε με τα κόκκινα φορέματα” , έως τους αγαπημένους του φίλους Alber Elbaz της Lanvin και Manolo Blahnik.

To παρόν του συντίθεται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες. Tώρα δημιουργεί για τον Martin Margiela. Ο Margiela, βελγικής καταγωγής με χαρακτηριστικό γνώρισμα την αποστροφή προς την υπερβολή και την επίδειξη, είναι ο πρώτος σχεδιαστής που έρχεται στο μυαλό όταν μιλάμε για τον πόλεμο απέναντι στο όργιο της χλιδής στον κόσμο της μόδας κατά τη δεκαετία του ογδόντα. Ο Galliano, ισπανικής καταγωγής, εμφανίστηκε με μία διάθεση να αλλάξει τα όρια της μόδας. H έμπνευση του πήγαζε από παντού: από τα βασιλικά σαλόνια του 18ου αιώνα έως τη χαρακτηριστική επιρροή απο τους clochards του 2002, που τότε προκάλεσε οργή στο Παρίσι (Οι Γάλλοι αποκαλούσαν clochards όσους ζούσαν και κυρίως διανυκτέρευαν κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα στο Παρίσι. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι τον clochard τον συνέδεαν με μια ιδεολογία επιλογής και προτίμησης του τρόπου ζωής που επέλεγε).

Και τελικά αυτοί οι δύο κόσμοι κατάφεραν να συνυρπάξουν. Δεν ήταν ποτέ πραγματικά αδύνατο. Συνηθίσαμε την υπερβολή του Galliano στον Dior σε μία, ωστόσο, εποχή που όχι απλώς το άντεχε, σχεδόν το επέβαλλε. Τα χρόνια της στροφής προς τον μινιμαλισμό-τον άμεσα συνυφασμένο με το σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι- είναι ουσιαστικά και τα χρόνια της αποχής του. Ακόμα και αν συνέχιζε να σχεδιάζει για τον Dior, αυτή η νέα προσέγγιση θα ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Με άλλα λόγια, ο Galliano επανασυντάσσει το λεξιλόγιό του το οποίο, ναι, προσεγγίζει αυτό του Margiela.

Σε αυτό το νέο λεξιλόγιο κινητήριος δύναμη είναι η ομορφιά και φυσικά  η αγάπη προς τη γυναίκα. Ρομαντικές διαφάνειες, δέρματα και πολυτελή υλικά συνιστούν το πρότυπο του Margiela. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο συνδυασμό της Miss Havisham του Charles Dickens από τις Μεγάλες Προσδοκίες, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη γυναίκα που αγαπά το clubbing και τη διασκέδαση. Η γυναίκα του Galliano είχε πάντα έντονη σεξουαλική ταυτότητα -κάτι που φυσικά δεν απουσιάζει εδώ- σε αντίθεση με αυτή του Margiela, που μέσα από το ένδυμα προσπαθεί να εξωτερικεύσει τις ανησυχίες της, κάτι που σαφώς δημιουργεί μια γοητεία δίχως, όμως, κάποιον άμεσο σεξουαλικό υπαινιγμό. Αυτή είναι ίσως και μία από τις εν γένει βασικές διαφορές τους.

Πυρήνας, ωστόσο, της δημιουργικής έμπνευσης στάθηκε η ιδέα του grotesque, όπως ο ίδιος δήλωσε, όχι με την ακριβή του σημασία. Αυτή τη φορά κυρίως με την προσέγγιση του ωμού, του ζωώδους. Άνισα μήκη, ογκώδη τακούνια σκαλισμένα σαν δόντια από γίγαντες βγάζουν τον πιο άγριο εαυτό της γυναίκας. Και όσο παράδοξο και αν ακούγεται, υπήρξε μία γλυκιά κομψότητα μέσα από αυτό. Και ακριβώς όταν νομίζαμε ότι τα είχαμε δει όλα, εμφανίστηκαν οι κομψές βραδινές τουαλέτες από αέρινα chiffon και διαφάνειες που ταξίδεψε το κοινό πίσω στις ημέρες του John Galliano στον Dior. Η διαφορά είναι πως τώρα αποτελεί απλώς ένα μέρος της συλλογής, τότε θα κάλυπτε τουλάχιστον το μισό show.

Θα ήταν ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο, να μάθουμε τι αισθάνθηκε ο Galliano πως έπρεπε να αποδείξει με αυτή τη συλλογή. Καταρχάς η αποδόμηση ήταν πάντα μία από τις βασικότερες αρχές του Margiela,την οποία ο Galliano ενσωμάτωσε στη συλλογή. Δεύτερον ο μινιμαλισμός: ένα ανδρόγυνο μαύρο κοστούμι είναι τόσο απλό που σχεδόν φαντάζει αδύνατον να είναι του Galliano. Σε μία ψυχογραφική διείσδυση, ίσως προσπαθεί να αποκαταστήσει τη φήμη του: δεν είναι ο σχεδιαστής που δουλεύει με τα τεράστια ποσά του Dior και τα -πολλές φορές- υπερφλύαρα σενάρια των συλλογών. Έχει θέση και σε μία εποχή πιο λιτή, σίγουρα και αυτό παλεύει να αποδείξει.

Και μάλλον το κατάφερε. Χωρίς να σκεφτόμαστε με ακρίβεια πόσο αυτό το show είχε τη σφραγίδα του Galliano και πόσο του Maison Margiela, και οι δύο ήταν σίγουρα παρόντες. Με τη λεπτή ειρωνία και την έμμονη προσπάθεια για διαφοροποίηση. Ο Galliano δεν επέστρεψε μόνος, έφερε μαζί και όλη την χαμένη ομορφία. Καλώς ήλθες ξανά, λοιπόν.

Λάζαρος Τζοβάρας

 

 

 

 

 

No more articles