coco-chanel

Η Κοκό Σανέλ (Coco Chanel, ψευδώνυμο της Γαλλίδας Γκαμπριέλ Σανέλ, γαλλ.Gabrielle Bonheur Chanel) ήταν μια από τις διασημότερες σχεδιάστριες μόδας του 20ού αιώνα (19 Αυγούστου 1883 – 10 Ιανουαρίου 1971). Το 1909 άνοιξε το πρώτο της κατάστημα στο Παρίσι, με γυναικεία καπέλα. Ίδρυσε ομώνυμο οίκο μόδας που παραμένει στην επικαιρότητα μέχρι σήμερα. Το 1923 δημιούργησε το άρωμα “Σανέλ № 5” και εφηύρε το μικρό μαύρο φόρεμα.

Μόνο το όνομά της είναι αρκετό για να οριστεί ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα ταγέρ, μία ατζέντα, ένα άρωμα, ένα κόσμημα, μία ολόκληρη εμφάνιση. Προσδίδει prestige, ποιότητα, άμεμπτο γούστο και αλάνθαστο στυλ. Είναι μια υπογραφή αρτιότητας. Η Κοκό Σανέλ είχε ελάχιστη υπομονή και πολύ ταλέντο. Δε θα μπορούσε να καταφέρει τίποτα λιγότερο. Η Γκαμπριέλ Μπονέρ “Κοκό” Σανέλ (Gabrielle Bonheur “Coco” Chanel 19 Αυγούστου 1883 – 10 Ιανουαρίου 1971) ήταν πρωτοποριακή Γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας, της οποίας η μοντέρνα και νεωτεριστική φιλοσοφία, οι εμπνευσμένες γυναικείες μόδες – από τις αντρικές – και η αναζήτηση της πολυτελούς απλότητας, την έκαναν αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη φιγούρα στην ιστορία της μόδας του 20ου αιώνα. Η επιρροή της στην υψηλή ραπτική ήταν τόση, (μέχρι το θάνατό της, στα 87 της, η Γαλλίδα σχεδιάστρια κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει τον εαυτό της ως το σημαντικότερο και ίσως το μοναδικό ρυθμιστή της μόδας του 20ού αιώνα), που ήταν το μόνο πρόσωπο στον τομέα της που αναφερόταν στο περιοδικό TIME, ανάμεσα στους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον 20ό αιώνα.

Μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της, στην πραγματικότητα, ίσως η πρώτη γυναίκα στο κίνημα απελευθέρωσης των γυναικών. Η φήμη της Chanel και το ύφος της, παρέμειναν περισσότερο από τη ζωή της. Η Chanel, βέβαια, δεν θα προσδιόριζε ποτέ τον εαυτό της ως φεμινίστρια, στην πραγματικότητα περισσότερο μιλούσε για θηλυκότητα παρά για φεμινισμό, παρ’όλα αυτά η δουλειά της είναι αδιαμφισβήτητα μέρος της απελευθέρωσης των γυναικών. Στάθηκε σωσίβια λέμβος για τις γυναίκες, όχι μία, αλλά δύο φορές, κατά τη διάρκεια δυο ξεκάθαρα διαφορετικών περιόδων, που χώριζαν πολλές δεκαετίες: τη δεκαετία του 1920 και τη δεκαετία του 1950. Όχι μόνο έκανε αποδεκτά νέα στυλ και υφάσματα, αλλά έκανε μόδα την ανάγκη και την απροκάλυπτη ανυπακοή. Επειδή δεν άντεχε οικονομικά τα μοδάτα ρούχα της περιόδου, τα απέρριψε και έφτιαξε δικά της, χρησιμοποιώντας σπορ jackets και γραβάτες, που μόνο οι άντρες φορούσαν στην καθημερινότητά τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι συσχετίστηκε με το μοντἐρνο κίνημα συμπεριλαμβανομένων των Ντιάγκιλεφ, Πάμπλο Πικάσο, Στραβίνσκι και Κοκτώ. Όπως αυτοί οι καλλιτέχνες, έτσι και η ίδια ήταν αποφασισμένη να σπάσει τους παλαιούς κώδικες και να βρει ένα τρόπο να εκφράσει τον εαυτό της. Ο Κοκτώ κάποτε είπε γι’ αυτήν ότι «ήταν κάτι σαν θαύμα, δούλεψε στον κόσμο της μόδας με κανόνες οι οποίοι είχαν αξία μόνο για τους ζωγράφους, τους ποιητές και τους μουσικούς».

Οι καινοτομίες της είναι βασικά κομμάτια της γκαρνταρόμπας πολλών γενεών γυναικών: τα jersey ταγέρ και φορέματα, τα ντραπέ τουρμπάνια, τα πουκάμισα, οι πλισέ φούστες, τα γυναικεία πουλόβερ, οι μπλούζες χωρίς γιακά, τα τουίντ (πλεχτά) ταγέρ, τα blazer, οι δίχρωμες (μπεζ με μαύρη μύτη) γόβες χωρίς φτέρνα, τα strapless φορέματα, οι καμπαρντίνες… Δημιούργησε, επίσης, το μικρο μαὐρο φόρεμα, τη ζώνη-αλυσιδα, το άρωμα № 5, το total look, τα κοσμήματα στα ρούχα, το κασμιρένιο κάρντιγκαν, την καπιτονέ τσάντα με την αλυσίδα, τις γυναικείες πυτζάμες (τις οποίες κατόρθωσε να κάνει και κοινωνικά αποδεκτές), το unisex στυλ, το gypsy look και τα γυναικεία παντελὀνια, ενώ, επίσης, αυτή ήταν που καθιέρωσε το μαὐρισμα και τα κοντἀ μαλλιά στις γυναίκες.

Η σχεδιάστρια χρησιμοποίησε, επίσης, τα ζωηρά χρώματα και τα θηλυκά τυπωμένα σιφόν στα σχέδιά της που αφορούσαν την πρωινή ένδυση. Τα βραδινά της σύνολα ακολούθησαν τη μακριά και λεπτή γραμμή για την οποία η σχεδιάστρια ήταν γνωστή, αλλά και το ενσωματωμένο τούλι, τη δαντέλλα, και τα διακοσμητικά στοιχεία που μαλακώνουν και κάνουν ρομαντικότερο το ένδυμα.

Τα γεγονότα της ζωής της Κοκό Σανέλ δείχνουν ότι αναγνώρισε από νωρίς, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, ότι η κοινωνία και η μόδα συνδέονται άμεσα και περίπλοκα μεταξύ τους. Τα παθιασμένα ενδιαφέροντα της σχεδιάστριας ενέπνευσαν τις μόδες της. Το διαμέρισμά της και ο ιματισμός της ακολουθούσαν την αγαπημένη της χρωματική παλέτα, σκιές του μπεζ, του μαύρου και του λευκού. Αντικείμενα από τη συλλογή τέχνης της και τα θεατρικά ενδιαφέροντά της, της παρείχαν την κατάλληλη έμπνευση για τα θέματα των collections της. Όταν η Σανέλ παρευρέθηκε σ’ ένα χορό μεταμφιεσμένων, ντύθηκε σαν μια φιγούρα από πίνακα του Βατώ (Watteau) και αργότερα ξαναδούλεψε αυτό το κοστούμι και το μετέτρεψε σε γυναικείο κοστούμι.

Η Σανέλ, επίσης, εμπνεόταν για τις δημιουργίες της από την καθημερινότητα και την προσωπική της ζωή. Κατά τη διάρκεια του δεσμού της με τον Etienne Balsan εμπνεύστηκε τα σύνολα ιππασίας, ενώ η συμβίωσή της με το δούκα του Γουέστμινστερ, την οδήγησε σε μια αγγλική περίοδο – που κατόρθωσε να την εισάγει στους κλειστούς υψηλους κύκλους της κοινωνίας. Η συνεχής ανάγκη για υψηλή ραπτική και τα χρήματα για τη χρηματοδότησή της, βρίσκονταν εκεί στις αίθουσες χορού και στα σαλόνια του Παρισιού. Και η αυξανόμενη φήμη της Σανέλ ως πρωτοποριακής σχεδιάστριας, ενδυνάμωσε την επιθυμία της υψηλής κοινωνίας να την συμπεριλάβει στους κύκλους της. Η κοινωνία, άλλωστε, πάντα αγαπά να βρίσκεται κοντά στην δημιουργικότητα.

«Δεν μπήκα στην κοινωνία αυτή επειδή έπρεπε να σχεδιάσω ρούχα. Σχεδίασα ρούχα, ακριβώς επειδή μπήκα στην κοινωνία αυτή. Επειδή ήμουν η πρώτη που έζησε τη ζωή αυτού του αιώνα» είχε πει η ίδια η Σανέλ.

Αργότερα, προσέλαβε Ρώσους μετανάστες από τον φιλικό της κύκλο, για να εργαστούν στο εργαστήριο κεντήματός της, δημιουργώντας, έτσι, σχέδια που μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της. Γνωστή για την ανηλεή τελειομανία της, είτε στο σχέδιο, είτε στην εφαρμογή, αλλά και για τις ισχυρές απόψεις της σε κάθε θέμα γούστου, η Σανέλ δημιούργησε τα ρούχα της έχοντας ως αρχή την προσωπική της πεποίθηση.

Το κοφτερό μυαλό της φαίνεται σε κάθε δημιουργία της. Από τη χρήση των λογότυπων μέχρι τη βαθιά κατανόηση της δύναμης της προσωπικότητας και των πακέτων συσκευασίας. Ακόμα, για τη Σανέλ ήταν πολύ σημαντικό το να αντιγράφεται.

Η Κοκό Σανέλ δεν ήταν απλά μπροστά από την εποχή της. Ήταν μπροστά από τον ίδιο της τον εαυτό. Εάν κάποιος κοιτάξει τις δουλειές των σύγχρονων σχεδιαστών μόδας, τόσο διαφορετικών μεταξύ τους, όπως οι Τομ Φορντ, Χέλμουτ Λανγκ, Μιούτσια Πράντα, Τζιλ Σάντερ και Ντονατέλλα Βερσάτσε, βλέπει ότι πολλές δημιουργίες τους αντανακλούν τις δικές της δημιουργίες. Αποδεικνύεται, δηλαδή, πως το γούστο της και η αίσθηση του στυλ που διέθετε, υπερπηδούν τη μόδα του σήμερα.

ΣΗΜΕΡΑ

Οι φορείς και οι δημιουργοί του μύθου, που κατοικοεδρεύουν στα γραφεία Σανέλ στην οδο Cambon και στη λεωφόρο Charles de Gaulle στο Παρίσι, αλλά και στη 57η οδό στη Νέα Υόρκη έχουν πετύχει να καταστήσουν το όνομα Σανέλ ακόμα περισσότερο εμπορικό και επιτυχές στο τέλος του 20ου αιώνα απ’ ό,τι ήταν στην αρχή, επειδή έχουν μάθει να βρίσκουν μια μέση λύση μεταξύ της προστασίας των διαχρονικών στοιχείων της κληρονομιάς Σανέλ (όπως το No5) και της προσαρμογής των επίκαιρων στοιχείων της. Μετά το θάνατο της Σανέλ το 1971, αρκετοί από τους βοηθούς της σχεδίασαν τις συλλογές της υψηλής ραπτικής και ready-to-wear έως ότου ανέλαβε ο Karl Lagerfeld (γεννημένος το 1938) το κομμάτι της υψηλής ραπτικής το 1983 και τις ready-to-wear τo 1984. Ο Lagerfeld, όπως και η Σανέλ κατά την διάρκεια της επιστροφής της, κοίταξε στα προηγούμενα σχέδια για το μυστικό της επιτυχίας του. Τα σχέδιά του ενσωμάτωσαν τις λεπτομέρειες της υπογραφής της Σανέλ, τα υφάσματα τουίντ, τα χρώματα, τις χρυσές αλυσίδες, το καπιτονέ δέρμα, και το συνδεμένο λογότυπο των “CC”. Στις πιο πρόσφατες συλλογές, ο Lagerfeld έγινε πιο ασεβής, αποσυνθέτοντας μερικά από τα θηλυκά looks της Σανέλ. Παίζοντας με το γεγονός ότι το αγαπημένο ύφασμα της ήταν το ζέρσεϋ, ο Lagerfeld το ενσωμάτωσε ακόμη και στις μπλούζες και στις λεπτομέρειες όλων των σχεδίων του. Εν τούτοις, η δυνατότητα του Lagerfeld να ψάχνει στο αρχείο του οίκου για την έμπνευση του, πιστοποιεί τη σημασία της συνεισφοράς της Gabrielle Chanel στη μόδα των γυναικών στον εικοστό αιώνα. «Μια γυναίκα μπορεί να είναι υπερβολικά ντυμένη, ποτέ όμως δε μπορεί να είναι υπερβολικά κομψά ντυμένη». Η Coco ήξερε πολύ καλά ότι το στυλ δεν έρχεται μόνο από την ενδυμασία, αλλά και από τη συμπεριφορά.

Πηγή: wikipedia

No more articles