Απληστία. Υπερβολή. Λαγνεία. Όλα αυτά σε συνδυασμό με βία, ωμές σκηνές και εντυπωσιακές στιγμές μόδας στοιχειοθετούν την καλτ ταινία The Cook, The Thief, His Wife & Her Lover του 1989. O Peter Greenaway σκηνοθετεί μία έντονη ερωτική – δραματική ταινία «πνιγμένη», κυριολεκτικά και μεταφορικά, στο αίμα, την υπερβολή και την κομψότητα.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία του gangster Albert, ενός βίαιου φωνακλά άντρα, και την γυναίκας του, Georgina. Ο Albert, τον οποίο υποδύεται ο Michael Gambon, φέρεται απαίσια σε όσους δουλεύουν στο εστιατόριό του, κακοποιεί και γελοιοποιεί την γυναίκα του ενώ ο ίδιος, τραγική καρικατούρα της αφήγησης, προσπαθεί να επιβάλλει την δύναμή του μέσω των χρημάτων του. Η Georgina, τον ρόλο της οποίας υποδύθηκε η εμβληματική Helen Mirren, είναι μία κομψή γοητευτική γυναίκα που συνεχώς ζει μέσα στον φόβο και στην σκιά του συζύγου της. Η ίδια έχει αποδεχτεί τον ρόλο της ως ένα διακοσμητικό στοιχείο δίπλα του και υπομένει την βιαιότητα και τα άσχημα ξεσπάσματά του που την πληγώνουν και την κακοποιούν συναισθηματικά και σωματικά.

Πολύ σύντομα δημιουργεί εξωσυζυγικό ερωτικό δεσμό με τον Michael, έναν ευγενικό ιδιοκτήτη βιβλιοπωλείου που την γεμίζει τρυφερότητα, αγάπη και αυτοπεποίθηση. Η ταινία εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά στο εστιατόριο του Albert, Le Hollandais, με τους εραστές να προσπαθούν συνεχώς, με την βοήθεια του προσωπικού, να βρουν κρυφά μέρη για να κάνουν έρωτα. Αναπόφευκτα, η στιγμή της αποκάλυψης δεν θα αργήσει με την πλοκή να παίρνει φρικιαστική τροπή.

Σκοπός του Greenaway ήταν μέσα από την ταινία να «σχολιάσει» την απληστία και την ασυδοσία της Βρετανίας των 80’s όπου επί Θάτσερ, η υπερβολή και η αδηφαγία αποτελούσαν τον «κανόνα» του πολιτικού γίγνεσθαι. Φιγούρες σαν τον Albert, άξεστες, χωρίς γούστο και με έναν επιφανειακό δυναμισμό, αποτελούσαν μία νόρμα της τότε συμπεριφοράς αφού η επίδειξη δύναμης και πλούτου συχνά συνοδεύονταν από βία.

Το σκηνικό της ταινίας είναι «χλιδάτο», πολυτελές και με έντονα στοιχεία μπαρόκ. Πολλά χρωματιστά φώτα, τεράστια διακοσμητικά, κεριά, συνθέσεις με φρούτα και πλούσια υφάσματα συμπληρώνουν την προσεγμένη αισθητική της ταινίας. Κυρίαρχο στοιχείο της αφήγησης είναι το φαγητό, το οποίο υπάρχει πάντα σε αφθονία και αποτελεί το μεγαλύτερο σύμβολο της απληστίας των πρωταγωνιστών. Μεγάλες πιατέλες με κρέας, τεράστιες ποσότητες πλουσιοπάροχων εδεσμάτων, γκροτέσκο σκηνές με γεμάτα στόματα αλλά και σαπισμένα φαγητά συμπληρώνουν με συμβολισμούς την ιστορία και ενισχύουν την εικονοπλαστικότητα της αφήγησης.

Το ίδιο γοητευτικά και γεμάτα συμβολισμούς είναι και τα κοστούμια των χαρακτήρων, τα οποία σχεδίασε ο εμβληματικός Jean Paul Gaultier. Βικτωριανά, ιαπωνικά και φουτουριστικά στοιχεία συγχέονται σε πολυτελή υφάσματα και κομψές φόρμες που προσπαθούν να κρύψουν τον τρόμο, την απελπισία και την βία που υποβόσκουν στην ταινία. Τα ρούχα αψηφούν τους κανόνες και τα χαρακτηριστικά της εποχής ενώ τα πούπουλα, τα φτερά και τα glam στοιχεία προσπαθούν να ντύσουν με λάμψη την σαθρότητα και την διάβρωση της κοινωνίας.

Ένα από τα πιο σουρεαλιστικά στιλιστικά στοιχεία της ταινίας συμβαίνει όταν οι χαρακτήρες μετακινούνται από το ένα σκηνικό στο άλλο αφού τα χρώματα των ρούχων αλλάζουν ανάλογα με τα χρώματα του χώρου. Οι τρεις βασικοί χώροι είναι η κυρίως αίθουσα του εστιατορίου, η κουζίνα και τα μπάνια. Όταν οι πρωταγωνιστές πηγαίνουν από το ένα μέρος στο άλλο, τα ίδια ρούχα γίνονται κόκκινα, πράσινα και λευκά αντιστοίχως ενώ έξω από το εστιατόριο όλοι φορούν πάντα μαύρα. Για παράδειγμα, ο κορσές της Georgina, ένα από τα χαρακτηριστικά ρούχα του Gaultier, γίνεται πότε μαύρος, πότε κόκκινος και πότε λευκός όσο εκείνη πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο τραπέζι του συζύγου της και στα μπάνιο με τον εραστή της.

Οι συνεργάτες του Albert, όπως και ο ίδιος, φορούν συχνά λευκά βικτωριανά πουκάμισα με βολάν ή βελούδινες λεπτομέρειες που έρχονται σε αντίθεση με τις σκηνές βίας στις οποίες συμμετέχουν, προκειμένου να τονίσουν την ωμότητα της συμπεριφοράς τους μέσα από τις «ντελικάτες» λεπτομέρειες των υφασμάτων. Επιπλέον, τα μαύρα πούπουλα που φορά η Georgina υπογραμμίζουν στην συμπεριφορά της έναν συνδυασμό ανίας και ντροπής, ενώ παράλληλα προστατεύουν το πρόσωπό της από τα χτυπήματα του άντρα της.

Τέλος, κυρίαρχο χρώμα της ταινίας είναι το βαθύ κόκκινο, μία απόχρωση που θυμίζει εκείνη του αίματος. Οι τοίχοι, τα έπιπλα, τα αντικείμενα αλλά και οι σερβιτόροι του εστιατορίου είναι ντυμένοι στα κόκκινα. Μπορντό κορσέδες, φουτουριστικές σιλουέτες και edgy στολές αποτελούν τα κοστούμια του προσωπικού που εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε σκηνή.

O Peter Greenaway σκηνοθετεί μία αριστουργηματική γελοιογραφία του κόσμου του πλούτου και της επιφάνειας των 80’s. Από τα προσεγμένα σκηνικά μέχρι τα εντυπωσιακά κοστούμια, η ταινία αποτελεί ένα κοινωνικό σχόλιο που όχι μόνο είναι αισθητικά ευχάριστο, αλλά έχει αυτή τη je ne sais quoi” αύρα που τόσο μας λείπει από το Hollywood του σήμερα. Μπορεί να θεωρείται πλέον καλτ, το μόνο σίγουρο είναι ότι παραμένει, και λογικά θα συνεχίσει να παραμένει, διαχρονικά επίκαιρη.

Από την Όλγα Κουτρουμάνου

No more articles