Mια από τις πιο αναμενόμενες πρεμιέρες του φετινού καλοκαιριού φαίνεται να απογοητεύει τους κριτικούς στα διεθνή και εγχώρια μέσα και κατά συνέπεια τους θεατές . Η μεταφορά στο σινεμά του οκτάτομου magnum opus τού Στίβεν Κινγκ, μετά από δέκα χρόνια προετοιμασίας κυκλοφορεί  στις κινηματογραφικές αίθουσες και  δεν καταφέρνει να δικαιολογήσει τον χαμό που προκάλεσε. Οι φήμες λένε ότι από την αρχή η ταινία αντιμετώπισε αναρίθμητα προβλήματα τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και με τα μετέπειτα καταστροφικά test screenings. 

 

Ας δούμε όμως μερικά δείγματα κριτικών από τα διεθνή μέσα.

It aims low and hits (sort of). It’s a competent and watchable paranoid metaphysical video game that doesn’t overstay its welcome, includes some luridly entertaining visual effects, and — it has to be said — summons an emotional impact of close to zero. Which in a film like this one isn’t necessarily a disadvantage.

Though far from the muddled train wreck we’ve been led to expect, this Tower lacks the world-constructing gravitas of either the Tolkien books that inspired King or the franchise-launching movies that Sony execs surely have in mind. Though satisfying enough to please many casual moviegoers drawn in by King’s name and stars Idris Elba and Matthew McConaughey, it will likely disappoint many serious fans and leave other newbies underwhelmed.

And while this all sounds fantastical and mind-bending, The Dark Tower is startlingly low on both energy or any larger sense of magic or a wider world beyond whatever Jake is able to experience.

While Elba and Taylor make a fine match, and the film picks up tremendous steam once they’re paired together, the script’s aim to keep things as lean and tight as possible mean they’re forced to rush through a complex story that deserves much more than a time-strapped take that gets significantly less interesting as it goes along.

Αλλά και στην Ελλάδα η αντιμετώπιση από τους κριτικούς φαίνεται να είναι εξίσου αρνητική.

Φαντασία, περιπέτεια, τρόμος, αγωνία… Ο Κινγκ προσφέρει άφθονο υλικό προς κινηματογραφική εκμετάλλευση, αυτός ο «Μαύρος Πύργος», όμως, μοιάζει αναποφάσιστος στο να διαλέξει ύφος και κατεύθυνση, μοιάζοντας με τον αμήχανο πιλότο ενός επερχόμενου τηλεοπτικού σίριαλ (κάτι που φημολογείται πως είναι και η επιθυμία των παραγωγών ). Φτωχή εικονογραφία, ανέμπνευστη πλοκή και ένας ποζάτος Μάθιου ΜακΚόναχι προσγειώνουν την αλληγορική αυτή φαντασία στην απόλυτη κοινοτοπία, με τα ψηφιακά εφέ και τα βαρετά κλισέ να έχουν εξαφανίσει σχεδόν κάθε θεαματική ή δραματικά ενδιαφέρουσα ιδέα. Όσο κι αν προσπαθεί ο φιλότιμος Ίντρις Έλμπα, ο διάφανος χαρακτήρας του δεν τον αφήνει να κάνει τη διαφορά…

Συνδέοντας το φανταστικό, με το γουέστερν και τη σύγχρονη Νέα Υόρκη, ο Αρσέλ κάνει… απολύτως τίποτα, παρουσιάζοντας τον κάθε κόσμο χωρίς ιδιαιτερότητα, χωρίς πρωτοτυπία ή σημάδια έντασης. Οι σχέσεις πατέρων και γιων διατρέχουν την ταινία επιδερμικά, ενώ οι ατάκες των ηρώων κυμαίνονται από το τετριμμένο ως το γυμνασιακό, χωρίς οι στιγμές χιούμορ (η επίσκεψη του Πιστολέρο στη μεγαλούπολη) να λειτουργούν έστω στοιχειωδώς. Τα εφέ τής ταινίας θυμίζουν λιγότερο «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών», στον οποίο οι αναφορές είναι προφανείς ήδη από τα βιβλία του Στίβεν Κινγκ ή, ας πούμε, “Doctor Strange” και περισσότερο «Τζουμάντζι». Ο Τομ Τέιλορ ως Τζέικ ένα αδιάφορο αγόρι με μεγάλα μπλε μάτια απορίας, ο Μάθιου ΜακΚόναχεϊ παίζει με κάτι λίγο απ’ όλη την πρότερη καριέρα του, καταλήγοντας μια άνευρη καρικατούρα με πιο μαύρο στοιχείο της το σολάριουμ του ηθοποιού.

No more articles