Η Greta είναι μια γυναίκα μόνη. Χήρα, με μόνη της συντροφιά τους μεγάλους πιανίστες της μουσικής. Έχοντας χάσει την κόρη της, αναζητά συνεχώς μία φίλη στην οποία θα μπορέσει να δώσει όλη την αγάπη και την στοργή που διαθέτει. Και θα το είχε σχεδόν καταφέρει, αν δεν συνήθιζε να απαγάγει και να τιμωρεί τα κορίτσια που την πλησιάζουν.

Αυτή είναι μια πολύ σύντομη περιγραφή της ταινίας Greta, ένα ψυχολογικό κλειστοφοβικό θρίλερ που πολύ απλοϊκά αλλά και σχεδόν άβολα ξεδιπλώνει την ιστορία μίας εμμονικής γυναίκας που έχει ανάγκη για συντροφιά και μητρότητα. Ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Neil Jordan μέσα από ένα καστ μόλις τριών πρωταγωνιστριών επικεντρώνεται όχι στην πολυπρόπωπη αφήγηση αλλά στην έκφραση των εμπλεκόμενων, στα πρόσωπα που άλλα δείχνουν και άλλα σκέφτονται αλλά και στην αισθητηριακή αντίληψη του θεατή.

Η ταινία ξεκινά με την Frances (Chloë Grace Moretz), μία νεαρή γυναίκα που η απώλεια της μητέρας της, ένα χρόνο πριν, την έχει αφήσει σε ένα κόσμο κατάθλιψης και νοσταλγίας. Δουλεύει πολύ για να μην σκέφτεται, προσπαθεί να ξεχνιέται μέσα από την παρέα της φίλης και συγκατοίκου της, Έρικας (Maika Monroe), και αποφεύγει τον πατέρα της, μη μπορώντας να του συγχωρέσει ότι εκείνος προχώρησε και δημιούργησε μια νέα οικογένεια. Η ζωή της κυλά άνευρα μέχρι που βρίσκει στο μετρό μία τσάντα και αποφασίζει να την επιστρέψει στην κάτοχό της.

Κάτοχός της είναι η μυστηριώδης μοναχική Greta (Isabelle Huppert), μία γυναίκα που αρκείται στο να πίνει καφέ, να ακούει μουσική και να παίζει πιάνο. Από την πρώτη συνάντηση οι δύο τους ανοίγονται για προσωπικά θέματα, ένα γαϊτανάκι αποκαλύψεων ξεκινά και ένας συμβολικός δεσμός μάνας-κόρης αρχίζει να δημιουργείται μέσα από μία – όχι και τόσο απλή – φιλία. Αν και φαίνεται από την αρχή πως η Greta είναι ψυχοπαθής, τα αισθήματα της τρυφερότητας που δείχνει, οι στιγμές που περνούν μαζί και το έμμεσο μήνυμα πως η Frances βρήκε μία φίλη που θα της απαλύνει τον πόνο από την απώλεια της μητέρας της, σε κάνουν να την συμπαθείς, και σχεδόν να την δικαιολογείς.

Κάπως έτσι, συμβαίνουν τα πράγματα και εκτός κινηματογράφου. Το αίσθημα του «ανήκειν», η ανάγκη για αγάπη και φροντίδα ή ακόμα χειρότερα η ανάγκη να αναπληρώσουμε κάποιον που έχουμε χάσει με κάποιον άλλο, είναι από τα βασικά κίνητρα της σύγχρονης μάστιγας του stalking. Οι επιδερμικές σχέσεις, η απρόσωπη – συχνά σκληρή – όψη της πόλης, οι άμυνες που κουβαλάμε αλλά και η καχυποψία που κυριαρχεί στις μέρες μας συχνά οδηγούν σε εμμονές που ποτέ δεν βγαίνουν σε καλό.

© Focus Features / courtesy Everett Collection

Σαν μία παραλλαγή του παραμυθιού Χάνσελ και Γκρέτελ, η Greta είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να αποκτήσει μια νέα κόρη. Η ταινία αργά αλλά με συνεχώς αυξανόμενο σασπένς, χτίζει την μοχθηρία της πρωταγωνίστριας, αποτέλεσμα μεγάλης μοναξιάς που τελικά οδηγεί σε μια έκρηξη βίας και τρόμου. Απειλητικά μηνύματα, φωτογραφίες, απρόβλεπτες επισκέψεις και ένα κρυφό δωμάτιο που λειτουργεί ως κελί συνθέτουν τον κόσμο της Greta, έναν κόσμο που ο θεατής ανακαλύπτει σταδιακά αλλά ωμά.

Χρησιμοποιώντας την ταινία ως ένα παράδειγμα του σήμερα, ο Jordan καταφέρνει να σε τρομάξει χωρίς να χρησιμοποιεί τις κλασσικές τεχνικές των θρίλερ. Τα άβολα συναισθήματα των θεατών προέρχονται από το ότι σχεδόν από την αρχή ξέρεις πως η Greta είναι ψυχοπαθής, και παρόλα αυτά, δεν την μισείς. Ενώ βλέπεις την προβληματική συμπεριφορά, δεν την κρίνεις. Τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου. Οι stalkers κρύβουν το πραγματικό τους πρόσωπο πίσω από εκδηλώσεις αγάπης, εκφράσεις τρυφερότητας και χειριστικά λόγια. Η Greta προβάλλει το μητρικό της πρόσωπο προκειμένου να εκμεταλλευτεί το συναισθηματικό κενό της Frances και να δείξει πως μπορεί να γεμίσει την άδεια θέση της μητέρα της. Και θα είχε πετύχει, αν η Frances δεν ανακάλυπτε το ντουλάπι με όλες τις τσάντες που η Greta αφήνει κατά καιρούς στο μετρό.

Η ταινία προβάλλει μία διαταραγμένη προσωπικότητα και περιγράφει την πολύπλευρη φύση μίας σχέσης θύτη-θύματος. Οι μακάβριοι συμβολισμοί του σκηνοθέτη, οι άβολες εκφράσεις της Greta και η αγωνία της Frances σκιαγραφούν έναν κόσμο ψυχοπάθειας και εμμονών, πολύ βαθιά ριζωμένων, που έχουν αναχθεί σε φυσιολογική πραγματικότητα. «Είμαι σαν την τσίχλα. Συνηθίζω να κολλάω», λέει κάποια η στιγμή η Frances και η φράση της αυτή αντηχεί σε όλη την μετέπειτα εξέλιξη της ιστορίας σαν μια ειρωνεία που θα επιβεβαιωθεί με άσχημο τρόπο.

To τέλος σχεδόν το μαντεύεις. Σχεδόν. Ο κόσμος της Greta είναι ένας κόσμος που δεν υπακούει σε νόμους και κανόνες. Το μυαλό της είναι η καταδίκη της. Το ερώτημα είναι, θα υπάρξει λύτρωση;

Από την Όλγα Κουτρουμάνου

No more articles