Ο Γιάννης Νικολαΐδης και ο Τάσος Καραχάλιος είναι αυτή την περίοδο τα ‘κυνηγόσκυλα’ της Αθήνας. Η παράσταση Hounddogs είναι φτιαγμένη από δύο χορευτές που αποφάσισαν να αφήσουν τα σώματα τους ελεύθερα να χορέψουν την πραγματικότητα σε ένα άδειο δωμάτιο, σε μια πολυκατοικία στο κέντρο της πόλης.

Πώς προέκυψε ο τίτλος Hounddogs; Τι επιθυμείτε να ανακαλύψετε μέσα από αυτή την παράσταση;

Ο τίτλος είναι μια ταύτιση με την ιδιότητα των ζώων αυτών να ψάχνουν. Πάντα σε εγρήγορση, πάντα ανυπόμονα υπομονετικά έτοιμα να αρπάξουν τη στιγμή, να εκτιμήσουν τον στόχο ενώ έχουν ήδη εκτοξευτεί προς αυτόν ξέροντας πως δεν έχει καμία σημασία η αποτυχία, αφού μόνο η επιτυχία υπάρχει. Κάπως έτσι, συνυπάρχουμε μαζί στη σκηνή για 40 λεπτά με ακονισμένα τα αντανακλαστικά μας και με συντονισμένες κοινές επιθυμίες, ευχές και όνειρα.

Πώς ξεκινά το στήσιμο μιας χορογραφίας; Από που ‘παίρνετε’ τα πρώτα στοιχεία που σας οδηγούν;

Αυτή η συγκεκριμένη χορογραφική μας τοποθέτηση ξεκίνησε κάπως διαφορετικά. Θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο από δύο χορευτές για δύο χορευτές και όχι από δύο χορογράφους για δύο χορευτές. Αυτό σημαίνει πως ούτε μια φορά δε βγήκαμε να δούμε το κομμάτι απ’ έξω, με αυτό που λέμε εξωτερικό μάτι, αλλά μείναμε πεισματικά συγκεντρωμένοι στην ατμόσφαιρα που δημιουργούμε σαν δύο προσωπικότητες, υπάρξεις και δημιουργοί μέσα στον σκηνικό χώρο.

Πώς είναι να χορογραφείτε οι ίδιοι τους εαυτούς σας; Ελευθερία, υπευθυνότητα ή εξουσία πάνω στο σώμα του άλλου;

Περίεργο. Κάποιες φορές ανυπόφορα δύσκολο, αφού δεν έχεις απολύτως καμία δικαιολογία και κυρίως γιατί ζεις το άγχος πολλαπλασιασμένο, σαν δημιουργός και σαν εκτελεστής ταυτόχρονα. Άλλες φορές πάλι προκλητικά ωραία, αφού μπορείς να πεις, ‘Δεν τραβάει με τίποτα σήμερα το σώμα ας το πάρουμε αλλιώς’. Μπορείς να επενδύσεις την πραγματικότητα σου μέσα στη δουλειά. Όπως έχει πει και ένας δάσκαλος μας, όταν σε ρωτούν πως είσαι και εσύ έχεις μόλις χωρίσει, σου έχει έρθει η εφορία και δεν παίρνει μπροστά το αμάξι σου, αδικείς τον εαυτό σου αν απαντήσεις ‘Είμαι μια χαρά.’, από συνήθεια ή διακριτικότητα. Πρέπει να πεις, ‘Είμαι χάλια και θα χορέψω ανάλογα’. Και αυτό δε σημαίνει πως θα χορέψεις χάλια, αντίθετα θα χορέψεις όπως ένας άνθρωπος που μόλις χώρισε, είναι άφραγκος και δεν έχει αμάξι.

Η παράσταση εκτυλίσσεται σε ένα άδειο δωμάτιο, στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Πρόκειται σχεδόν για ένα μη-τόπο που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε. Πώς λειτούργησε ο συγκεκριμένος χώρος στην εξέλιξη της χορογραφίας;

Ο συγκεκριμένος χώρος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση γιατί μας παραχωρήθηκε δωρεάν για όσο χρόνο τον χρειαστήκαμε συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου των προβών. Γεγονός που έχει μεγάλη σημασία γιατί οι παραστάσεις γίνονται στον χώρο που δημιουργήθηκε το έργο. Αυτή είναι η πρακτική πλευρά, η άλλη η πιο συναισθηματική είναι αυτή που είναι και η πιο σημαντική. Ότι υποδεχόμαστε τον κόσμο στο σπίτι μας με κάποιον τρόπο, τους φιλοξενούμε μέσα στο δικό μας σύστημα, σε έναν χώρο που υπάρχει για να φτιάχνετε χορός! Παίζουμε θα ‘λέγε κανείς «εντός έδρας» Δεν θα τον χαρακτηρίζαμε μη τόπο αφού για μας δεν είναι είναι κάτι αντίστοιχο με ένα αεροδρόμιο ή ένα σταθμό τρένων. Είναι ακριβώς το οικοσύστημα μας, μυρίζει τον ιδρώτα μας και το πάτωμα έχει λακούβες από τις πτώσεις μας. Κάθε βράδυ μπροστά στα μάτια του κόσμου δημιουργούμε την θεατρική σύμβαση μετατρέποντας το δωμάτιο σε σκηνή.

Βγαίνοντας από την πολυκατοικία αυτή, βρίσκεται κανείς στο κέντρο της Αθήνας, λίγο πιο κάτω από το Σύνταγμα, ένα μέρος που τον τελευταίο καιρό έχει αποκτήσει πολλαπλά νοήματα. Πώς βιώσατε αυτή την αντίθεση απέναντιστον οργανωμένο χώρο της πόλης και το ‘δωμάτιο που ταξιδεύει’;

Το Σύνταγμα δεν έχει κανένα νόημα πλέον, έχει καταπατηθεί. Το δωμάτιο που ταξιδεύει είναι ένα όχημα για εμάς, δεν μπορούμε να αρθρώσουμε και πολλά τώρα και ο χορός μας είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητος. Δε βάζουμε απέναντι στα δακρυγόνα τα κυνηγόσκυλα, αλλά χορεύουμε απέναντι στη μίζερη πραγματικότητα της πνευματικής πτώχευσης.

Πώς ορίζετε την αφαιρετική κίνηση; Τι συναισθήματα επιθυμείτε να δημιουργήσετε βασιζόμενοι στην αφαίρεση;

Σίγουρα ο χορός δε χρειάζεται την αφήγηση. Την αφήνει σε άλλες μορφές παραστατικών τεχνών που έχουν την αφήγηση και τη λογική συνέχεια για μπούσουλα. Ο χορός εξ ορισμού κάπως είναι αφαιρετικός. Παρακάμπτει τον προφορικό λόγο αφαιρώντας το βάρος που αποκτά όταν αρθρώνεται. Αυτό δημιουργεί αυτόματα κάτι μαγικό, πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης μα περισσότερο από όλα, υποκειμενικότητα. Σε έναν κόσμο που όλα μπαίνουν σε ρήτρες και νόρμες ο χορός σου αφήνει χώρο να δεις το βαθύ κέντρο που είναι σχηματισμένο μέσα από το δικό σου μοναδικό φίλτρο για τη πραγματικότητα.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Βήτα; Πώς είδατε να εξελίσσεται η σχέση μουσικής-κίνησης;

Με τον Κωνσταντίνο γνωριστήκαμε στο 2 του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Με τη μουσική του γνωριστήκαμε όταν έφηβοι σιγομουρμουρίζαμε στίχους των Στέρεο Νόβα. Το αστείο είναι πως μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να ‘πουλήσουμε’ το έργο, άφραγκοι αλλά αποφασισμένοι να το κάνουμε είπαμε πως δε θα έχει μουσική όπως και φώτα, κουστούμια και σκηνικά μπας και καταφέρουμε να το κάνουμε τόσο low badget που να ταξιδεύει εύκολα! Όταν όμως τελειώσαμε το χορογραφικό κοιταχτήκαμε και ανάμεσα μας υπήρχε μια ‘τρύπα’. Έτσι καλέσαμε τον Κωνσταντίνο στο στούντιο και του ζητήσαμε να φτιάξει μια τρίτη φωνή σε αυτό το σύστημα. Δύσκολα θα φανταζόμασταν σε πόσο διαφορετικά τοπία θα μας πήγαινε η μουσική του αφού με έναν μοναδικό τρόπο έχτισε έναν παράλληλο κόσμο που τυλίγεται, προστατεύει, γλιστρά, υποβοηθά και ανεβάζει τον κινητικό μας κόσμο. Και όλα αυτά με μια διακριτικότητα που τόσο τον χαρακτηρίζει.

Πώς αναπτύσσεται η μεταξύ σας σχέση μέσα από την παράσταση;

Ακονίζεται μια κοινή αίσθηση για τα πράγματα και ένα κοινό γούστο. Κυρίως όμως ως συντροφικότητα με την πιο απλή και ίσως και παλαιομοδίτικη έννοια. Αυτή του να προχωράς μαζί με κάποιον στο σκοτάδι και να ξέρεις πως είναι εκεί ακόμη και αν δε τον βλέπεις.

Interview: Αlaska | Photo: Elina Giounanli

No more articles