Συνέντευξη: Alaska| Φωτογραφία: Ελίνα Γιουνανλή

Το Λιωμένο Βούτυρο Revisited είναι η επιστροφή σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις που έχουν περάσει από τις θεατρικές σκηνές της πόλης. Η εταιρία θεάτρου Χώρος στρέφει το βλέμμα της ξανά σε μια ιστορία για ένα έγκλημα πάθους που συμβαίνει στην ελληνική επαρχία του ’60. Μια ιστορία για την Λούλα που θέλει να γίνει ντιζέζ και τον Τάσο που φτάνει στα άκρα. Ο Σίμος Κακάλας, σκηνοθέτης του έργου, μας μιλά για γοητευτικές αποκλίσεις από την κανονικότητα, για όρια που σπάνε και για τον εκνευρισμό που του προκαλεί η σταθερότητα.

Τι είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει να επιστρέφεις ξανά και ξανά σε μια ιστορία;

Κυριολεκτικά μιλώντας πρόκειται για την πρώτη ιστορία στην οποία και επιστρέφω. Οι διάφορες εκδοχές παράστασης των προηγούμενων έργων είχαν να κάνουν με την μελέτη που γίνονταν πάνω σε αυτά και ήταν μέσα στο όλο πλάνο εργασίας σχεδόν από την αρχή. Το Λιωμένο Βούτυρο είναι κάτι που ήρθε στον δρόμο μου και έδωσε την ευκαιρία να ασχοληθώ με δύο άξονες που με ενδιέφεραν πολύ, το σύγχρονο ελληνικό έργο και η σχέση με το κοινό. Η σχέση με το κοινό ήταν κάτι που εξαρχής υπήρχε αλλά στο Λιωμένο Βούτυρο έγινε πιο καθολική και άναρχη. Ωστόσο όπου να’ ναι κλείνω με τους λογαριασμούς που έχω ανοίξει. Έπεται μια τελευταία Γκόλφω, μια τρίτη Ερωφίλη και ο Ορέστης.

Τι σε κάνει να αλλάζεις τον τρόπο που κοιτάς;

Η πεποίθηση ότι μια παράσταση μεταβάλλεται διαρκώς και ως ζωντανός οργανισμός επηρεάζεται άμεσα από το περιβάλλον γύρω της.

Πότε θεωρείς ότι κλείνει ένας κύκλος; Πότε σταμάτα να έχει νόημα το revisit;

Ας πούμε τώρα κλείνει ένας, με το Λιωμένο Βούτυρο το οποίο πήγε αρκετές φορές στα άκρα και νομίζω πως ότι ήταν να δώσει αυτή η διαδικασία το έδωσε. Ένα revisit μπορεί να γίνει και μια φορά μπορεί και περισσότερες, οι κύκλοι κλείνουν όταν περνά το χρονικό εκείνο διάστημα που είναι απαραίτητο για την ολοκλήρωση τους.

Πώς θα απέδιδες τον όρο revisited στα ελληνικά;

Επανεξετασμένο; Καπάκι; Δεύτερη γύρα; Άϊντε κι ένα για τον δρόμο; Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε;

Υπάρχει κάτι που σε γοητεύει σε εκείνη τη στιγμή που ένας καθημερινός άνθρωπος χάνει το μυαλό του και περνά στην άλλη πλευρά;

Με γοητεύει η στιγμιαία απόκλιση από την καθημερινότητα. Είναι άραγε το τυχαίο που εισβάλει έτσι βίαια στον εσωτερικό μας κόσμο αλλάζοντας τις προαποφασισμένες πορείες μας ή βρίσκει διέξοδο η αληθινή μας φύση που κοιμάται; Τι είναι αυτό που την ξυπνά; Παίρνει υλική υπόσταση η θύελλα μέσα μας υπάρχει το καλό και το κακό ή έτσι μεταφράζουμε τις κινήσεις πάνω σε μια σκακιέρα με αμετακίνητους κανόνες;

Γιατί επέλεξες να τονίσεις το κωμικό στοιχείο ακόμα περισσότερο αυτή τη φορά;

Ήταν μια εσωτερική μου ανάγκη νομίζω συσχετισμένη και με την επικρατούσα κατάσταση γύρω μας. Από τη στιγμή που η παράσταση άνοιξε προς το κοινό το κωμικό στοιχείο άρχισε να εισβάλει στη σκηνή όλο και πιο πολύ. Αφέθηκα στο να ακολουθήσω αυτή την παρόρμηση πολλές φορές σε βάρος του έργου αυτό είναι αλήθεια. Πιστεύω όμως ότι άξιζε το οποιοδήποτε τίμημα.

Η μάσκα περιορίζει ή απελευθερώνει; Πόσο εύπλαστος είναι ένας χαρακτήρας του οποίου η έκφραση δεν αλλάζει;

Η μάσκα σαν εργαλείο σου αλλάζει αναγκαστικά το πρόσωπο που σημαίνει την ταυτότητα. Αν αλλάξει το πρόσωπο το σώμα δεν μπορεί να παραμείνει το ίδιο. Υπαγορεύει (εντελώς καθυστερημένα και χωρίς καμιά ελπίδα) μια γλώσσα που μοιάζει να μας ταιριάζει πολύ και λόγω της μεσογειακής μας σωματικής διάπλασης αλλά και λόγω της άναρχης και ακραίας εγωκεντρικής μας φύσης. Είναι γεγονός πως με τις μάσκες μπορούν να σου ανοιχτούν δυνατότητες και επιλογές που δεν ήξερες ότι είχες.

Νιώθεις ότι εκτίθεσαι περισσότερο όταν παίζεις σαν «Σίμος»; Πώς ξεπερνάς το «φοβάμαι και ντρέπομαι»;

Μα ποτέ δεν είσαι ακριβώς αυτός που είσαι όταν εκτίθεσαι δημόσια. Παρόλα αυτά προσπαθώ κάθε φορά να θέτω σε δοκιμασία τις αναστολές μου. Υπάρχουν πάντα όρια, απλά δοκιμάζω να τα κάνω πιο δυσδιάκριτα.

Έχει υπάρξει κάποια παράσταση στην οποία θέλησες να κρυφτείς πίσω από τους χαρακτήρες; Είναι και ο Σίμος του έργου ένας χαρακτήρας;

Μια παράσταση είναι περισσότερο χώρος για εξομολόγηση παρά κρησφύγετο νομίζω, από την άλλη είναι και ένα εντελώς προσωπικό ζήτημα για τον καθένα. Βέβαια μπορείς αν θέλεις να κρυφτείς οπουδήποτε αλλά και πάλι όλοι βλέπουν ότι κρύβεσαι. Δεν θέλω να παίζω κρυφτό με κανέναν και πόσο μάλλον με τον εαυτό μου. Αν είναι
να κρύβομαι και όχι να αποκαλύπτομαι τότε γιατί το κάνω αυτό;

Αν επέλεγες ένα δημόσιο χώρο στο κέντρο της πόλης για να παρουσιάσετε το Λιωμένο Βούτυρο ποιος θα ήταν αυτός;

Δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα δημόσιο χώρο για κάτι τέτοιο, μια και οι περισσότεροι δημόσιοι χώροι στην Αθήνα στο κέντρο έχουν φτιαχτεί –πιστεύω επίτηδες- με μετρό το πόσο αφιλόξενοι θα πρέπει να είναι για ανθρώπινες ομαδικές δραστηριότητες.

Έχεις παρατηρήσει κάποια διαφορά στο κοινό της πρώτης παράστασης και στο κοινό του revisited;

Στην περιοδεία το κοινό που έλκυε η παράσταση ήταν αρκετά ανομοιογενές. Tώρα παίζοντας πλέον εδώ, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να απαντήσω σε κάτι τέτοιο. Περιμένω και εγώ να δω.

Πώς αντιμετωπίζεις το στοιχείο της έλλειψης σταθερότητας;

Το επιδιώκω κατά κάποιο τρόπο ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ μια και είναι κάτι που πιστεύω βαθύτατα ότι μας χαρακτηρίζει. Δυναμίτης λοιπόν στις υπάρχουσες δομές. Προσπαθώ να βρω ένα δρόμο μέσα από αυτό. Το δυστύχημα είναι ότι ακόμα και έτσι καταλήγεις στο τέλος σε κάποια δομή, αλλά ας είναι το ταξίδι ωστόσο ενδιαφέρον. Κάποτε με γοήτευε η σταθερότητα τώρα με εκνευρίζει. Με ενδιέφερε πάντα ο τρόπος που τζαμάρανε οι μπάντες μια διαδικασία στην όποια πολλές φορές συμμετείχα, αναρωτιόμουν όμως πάντα πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο στο θέατρο.

Υπάρχει κάποια βεβαιότητα στην οποία πιστεύεις;

Είμαι σχεδόν βέβαιος πως δεν υπάρχει.

Λιωμένο Βουτυρο Revisited
Μια παράσταση βασισμένη στο έργο του Σάκη Σερέφα
Παραστάσεις: Βραδ: Πεμ-Παρ, Κυρ 9 μ.μ., Σαβ. 9.30 μ.μ.
Εις.:12 ευρώ Είσοδος ελεύθερη σε ανέργους.
Έως 18/03/2012
Θέατρο Θησείον
Τουρναβίτου 7, Ψυρρή

No more articles