hj1-637x800

«Άνθρωπος με άνθρωπο ό, τι απέμεινε από τον πολιτισμό του Δ. Δημητριάδη» «Η Μήδεια ήταν ένας ρόλος σταθμός στην ζωή μου» λέει στο Ozon Raw η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με αφορμή την παράσταση «Πολιτισμός – Μια κοσμική Τραγωδία» του Δ. Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, που συνεχίζει την θριαμβευτική της πορεία στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. «Το γεγονός ότι έχει βιώσει αυτή την ερωτική προδοσία, είναι ένα θέμα που απασχολεί πάρα πολύ τον άνθρωπο, την γυναίκα ιδιαίτερα, όλους μας και εμένα προσωπικά».

Πού συναντά ο «Πολιτισμός» του Δημητριάδη την Μήδεια του Ευριπίδη;

Ο Δημητριάδης παίρνει τον μύθο και τον επαναδιαπραγματεύεται με έναν τρόπο πάρα πολύ σύγχρονο,τοποθετώντας την σε έναν κόσμο που μπορεί να αναφέρεται στην αρχαία Κόρινθο, όμως έχει πάρα πολλά σημερινά χαρακτηριστικά και κυρίως εστιάζεται στο γεγονός της πτώσης των θεών. Στο γεγονός δηλαδή ότι ο άνθρωπος είναι πια εντελώς απελπισμένος, εντελώς μόνος του. Οι θεοί έχουν πεθάνει. Δεν υπάρχει πίστη, δεν υπάρχει ελπίδα, και αυτό έχει οδηγήσει τους ανθρώπους και τον κόσμο ολόκληρο σε μια απίστευτη τρέλα, σε μια μεγάλη απελπισία και απόγνωση και αυτός ο πολιτισμός πια ο οποίος έχει επικεντρωθεί στο κυνήγι του πλούτου και της εξουσίας και έχει αγνοήσει το ένθεο κομμάτι του ανθρώπου, έχει εξορίσει δηλαδή την Μήδεια και έχει επιλέξει τον ορθολογισμό και τον κυνισμό, που εκπροσωπεί ο Ιάσονας, και στο Δημητριάδη βλέπουμε τα αποτελέσματα. Για αυτό και με την τελικά αγαλμάτινη εικόνα της Μήδειας θελήσαμε να επανέλθουμε στην εξύμνηση του έρωτα και του πάθους καθώς και στην ανάγκη γέννησης ενός νέου ουμανιστικού πολιτισμού.

«Αν δεν έκανα αυτή την πράξη, δεν θα ήμουνα η Μήδεια», λέει η ηρωίδα στην παράσταση. Τελικά η Μήδεια είναι ένα πρόσωπο που ορίζεται μέσα από την ίδια της την πράξη;

Κατά κάποιο τρόπο η Μήδεια της παράστασης τοποθετείται μέσα σε ένα αχανές σκηνικό που δίνει την αίσθηση μιας καταστροφής. Θα μπορούσαν να είναι ενδεχομένως τα απομεινάρια μετά από έναν τρίτο παγκόσμιο. Η Μήδεια, όπως την είδε ο Γιάννης ο Σκουρλέτης και όπως μου ζήτησε να την ερμηνεύσω διατηρεί στο πρώτο κομμάτι του έργου την αρχαϊκή της καταγωγή. Είναι σαν να μην γνωρίζει το πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα γύρω της. Οι υπόλοιποι τέσσερις περφόρμερ του έργου, που βρίσκονται να ερμηνεύουν τους πολίτες αυτής της χώρας την επόμενη μέρα της καταστροφής, μοιάζουν να ζουν μέσα σε μια φαβέλα στις παρυφές του πολιτισμού και θέλουν μέσα από την θεατρική αυτή τελετουργία να αφυπνίσουν το αρχέγονο αυτό πλάσμα, που είναι αιώνες καρφωμένο πάνω σε αυτό το κρεβάτι, μήπως κάτι αλλάξει σε αυτό το τελματωμένο σύμπαν αλλά η ίδια τους λέει ακριβώς αυτό: «Εμένα η μοίρα μου είναι να σκοτώσω τα παιδιά μου.» Είναι μια πράξη σχεδόν τελετουργική που επαναλαμβάνεται στους αιώνες. Το να της στερήσεις την δυνατότητα αυτής της πράξης, της στερεί την ίδια της την ταυτότητα.

Ο Ιάσονας διακρίνει το συναίσθημα του έρωτα από εκείνο του έντονου πάθους. Υφίσταται κατά την γνώμη σας διαχωρισμός μεταξύ των δυο;

Ο Ιάσονας εκπροσωπεί τον ορθολογισμό, την ψυχρή λογική, τον κυνισμό μέσα στα πλαίσια ενός άλλου πολιτισμού, διαφορετικού από εκείνου, από τον οποίο προέρχεται η Μήδεια, του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Αυτό όμως ακριβώς λέει και ο Δημητριάδης σήμερα, ότι αυτός ακριβώς ο άνθρωπος που δεν μπορεί να κατανοήσει αυτό το βαθύ συναίσθημα, το βαθύ έρωτα, εκπροσωπεί έναν ανάπηρο πολιτισμός που το μόνο που κάνει είναι να οδηγηθεί προς την καταστροφή του. Γι’ αυτό και η Μήδεια δεν έχει χώρο σε αυτό το πολιτισμό, αρχικά εξορίζεται και στο τέλος την σκοτώνουν. Ο δράκος που παρουσιάζεται στο τέλος έχει αυτή ακριβώς την συμβολική έννοια της φύσης που τιμωρεί και εκδικείται, της ανθρώπινης φύσης που δεν μπορεί να ξεριζωθεί.

Τι είναι αυτό που θεωρείται ότι χαρακτηρίζει εσάς την ίδια ως ηθοποιό και την μέχρι σήμερα πορεία σας στην τέχνη;

Δεν μου αρέσει να στέκομαι στα κεκτημένα, στα γνωστά. Σε αυτά που ξέρω ότι μπορώ να κάνω. Γι αυτό και μου αρέσει να συνεργάζομαι με ανθρώπους που θα με πάνε πιο πέρα, και θα μου δείξουν καινούριους τρόπους, όπως οι συνεργασίες μου με την Ελένη την Σκότη, στο Επι Κολωνώ, τον Γιάννη Χουβαρδά και τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στο Εθνικό, και τώρα με την Bijox de Kant περνάω σε ένα άβαν γκαρντ τρόπο έκφρασης μιας διαφορετικής θεατρικότητας, κάτι που συνεχώς με γοητεύει.

Ποια φράση του έργου θα επιλέγατε ως μότο της παράστασης;

Είναι η φράση που Αιγαία που λέγεται από την αρχή κιόλας του έργου: «Ίσως αυτό μονάχα έχει μείνει. Οι άνθρωποι μεταξύ μας. Άνθρωπος με άνθρωπο.»

Συνέντευξη: Δέσποινα Ραμαντάνι. Φωτογραφία: Πάνος Μιχαήλ

No more articles