Γνωρίζουμε τον Βασίλη Αθανασόπουλο, ένα από τα ανερχόμενα ταλέντα του ελληνικού θεάτρου, απόφοιτο της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών που μετρά ήδη σημαντικές συνεργασίες με πιο πρόσφατη τη συμμετοχή του στην παράσταση «Μαθήματα Πολέμου» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη στο Υποσκήνιο Β της Αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου απέσπασε τις καλύτερες εντυπώσεις με τη λιτή, φυσική και μεστή ερμηνεία του «χωρίς σκηνικά τερτίπια» όπως άλλωστε επιβάλλουν τα ίδια τα γεγονότα της αφήγησης του Θουκυδίδη μέσα από το κείμενο του Γιάννη Λιγνάδη.

Τον γνωρίζουμε στα καμαρίνια του θεάτρου αμέσως μετά την παράσταση. Το ψηλόλιγνο αγόρι με τα μαύρα γεμάτα λάμψη και ευγένεια ψυχής μας μιλά για την έννοια του επαγγελματισμού και την σκληρή δουλειά που του έδωσαν ως εφόδια οι σπουδές του, τα μαθήματα που μπορεί να αντλήσει κανείς σήμερα από την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου αλλά και την γνωριμία του τόσο με τον Γιάννη Χουβαρδά όσο και με τον Δημήτρη Λιγνάδη για τον οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά «Μου θυμίζει τους προπονητές που είχα όταν αθλούμουν. Είναι πολύ ζωντανός, γεμάτος πάθος και εμμονή για αυτό το οποίο καταπιάνεται.»

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την υποκριτική;

Στην Έκτη Δημοτικού μπήκα στη θεατρική ομάδα του σχολείου μου και ανεβάσαμε το «Όπως σας αρέσει» του Σαίξπηρ. Από τότε δεν έχει σταματήσει η ενασχόλησή μου με το θέατρο και πιστεύω πως ήταν πολύ σημαντική η τριβή που είχα με αυτό στα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε ολοκλήρωσες τις σπουδές σου στην Δραματική Σχολή του Ωδείου και αμέσως μετράς δυο πολύ σημαντικές συνεργασίες με τον Γιάννη Χουβαρδά και τώρα με τον Δημήτρη Λιγνάδη. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό;

Το περασμένο καλοκαίρι αποφοίτησα από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Είναι μεγάλη χαρά να διαπιστώνεις πως δίπλα σε τέτοιους συνεργάτες συνεχίζεις ακόμη να μαθαίνεις πολλά, σα να κάνεις ένα τέταρτο έτος στη σχολή, αλλά σε ένα πλήρως επαγγελματικό πλαίσιο. Από την άλλη, γνωρίζεις από κοντά τον Άνθρωπο και όχι απλώς το «μύθο γύρω από το όνομα» του εκάστοτε καλλιτέχνη. Αισθάνομαι, λοιπόν, πολύ τυχερός γι’ αυτό αφού και στις δύο περιπτώσεις, γνώρισα δυο υπέροχους Ανθρώπους.

Εκτός από τις σπουδές υποκριτικής έχεις ακολουθήσει άλλες σπουδές στο παρελθόν;

Είχα περάσει στο τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά. Ήταν κάτι όμως που πολύ νωρίς συνειδητοποίησα πως δε μου ταίριαζε ιδιαίτερα και δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει αυτήν τη δουλειά στο μέλλον.

Τι εφόδια σου έδωσαν για το μέλλον οι σπουδές σου;

Στη Δραματική Σχολή του Ωδείου, μαθαίνεις από πολύ νωρίς την έννοια του επαγγελματισμού. Ήταν κυριολεκτικά και μεταφορικά το σπίτι μου τα τελευταία 3 χρόνια, αφού τουλάχιστον 12 ώρες της ημέρας μου, τις περνούσα εκεί. Βλέπεις πώς είναι να δουλεύεις σκληρά με ανθρώπους αρκετά διαφορετικούς από εσένα, με μόνο κοινό παρονομαστή την τέχνη του θεάτρου. Βέβαια, είναι και μία σχολή που έχει ως μέλημα να διαμορφώνουν οι σπουδαστές της γνώμη και για τις υπόλοιπες τέχνες, μια και όλες μπορούν να σχετιστούν με το θέατρο είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο.

Ως Βασίλης και με αφορμή την παράσταση είσαι από την πλευρά των Αθηναίων ή των Λακεδαιμονίων;

Αν και έχω μεγαλώσει στην Αθήνα και κάτι μέσα μου ενστικτωδώς με ωθεί να πάρω το μέρος των Αθηναίων, τελικά καταλήγω στο ότι δεν είμαι υπέρ κανενός. Συνειδητοποιώντας τις κακουργίες που έχουν διαπράξει και οι δύο πλευρές στο βωμό της Δύναμης και της Κυριαρχίας, μένω ένας απλός παρατηρητής των γεγονότων, όπως προσπάθησε να μείνει και ο ίδιος ο Θουκυδίδης. Χρέος μας δεν είναι να ταχθούμε υπέρ κάποιας από τις δύο Μεγάλες Δυνάμεις του τότε, αλλά να προσέξουμε να μην κάνουμε τα ίδια λάθη, κάτι το οποίο δυστυχώς, όπως φαίνεται, είναι αναπόφευκτο.

Στο σχολείο ποια συναισθήματα ή αναμνήσεις έχεις από την διδασκαλία του Πελοποννησιακού πολέμου; Σου άρεσε η ιστορία;

Δεν θυμάμαι πολλά από τη διδασκαλία του Πελοποννησιακού Πολέμου στο σχολείο παρότι ήμουν ένας μαθητής που δε δυσκολευόταν ιδιαίτερα να διαβάζει ιστορία. Θυμάμαι, όμως, ποιος ήταν ο Θουκυδίδης και πόσο πρωτοποριακό ήταν που κατέγραψε τα πολεμικά γεγονότα με έναν τόσο αντικειμενικό, σχεδόν επιστημονικό, τρόπο.

Ποια είναι για σένα η πρόκληση αυτού του ρόλου που έχεις να αντιμετωπίσεις ως ηθοποιός;

Η πρόκληση είναι ότι δεν έχω να υποδυθώ κάποιο ρόλο. Ακόμα και όταν έχω να πω κάποια λόγια του Περικλή ή του Νικία, παραμένω ο Βασίλης που δίνει φωνή στο κείμενο του Θουκυδίδη και, εν προκειμένω, στο κείμενο του Γιάννη Λιγνάδη. Ποτέ δεν προσπαθώ να γίνω κάποιος ρόλος ή να κρυφτώ πίσω από αυτόν. Πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο, όσο απλό κι αν φαντάζει.

Ο Δημήτρης Λιγνάδης πώς σας καθοδήγησε ο σκηνοθέτης στην αμεσότερη επικοινωνία του δραματικού συναισθήματος που ήδη εμπεριέχει ο ιστορικός λόγος του Θουκυδίδη;

Έδωσε πολλή έμφαση στο κομμάτι του λόγου. Πολλές φορές έδινε περισσότερη προσοχή στο ακρόαμα παρά στο θέαμα που θα δημιουργήσουμε για το κοινό. Εκτός αυτού, τα ίδια τα γεγονότα της αφήγησης είναι τόσο ισχυρά από μόνα τους, που δεν χρειάζονται θεατρικά «τερτίπια» για να επικοινωνηθούν καλύτερα στους θεατές. Αρκεί ίσως, απλά να τα ακούσουν όπως στις αγγελικές ρήσεις της αρχαίας τραγωδίας.

Πώς θα τον περιέγραφες ως σκηνοθέτη και ως συνάδελφο ηθοποιό;

Μου θυμίζει τους προπονητές που είχα όταν αθλούμουν. Είναι πολύ ζωντανός, γεμάτος πάθος και εμμονή για αυτό με το οποίο καταπιάνεται. Ενίοτε γίνεται σκληρός αλλά παραμένει κοντά μας και μας δείχνει εμπιστοσύνη. Δεν εναλλάσσεται ανάμεσα στον διπλό ρόλο (ηθοποιού – σκηνοθέτη) που έχει στην παράσταση, αλλά, με έναν τρόπο, είναι και τα δύο ταυτόχρονα.

Ποια είναι θέση σου απέναντι στο δίλημμα που τίθεται ανάμεσα στο να υποχωρεί κανείς ή να προσχωρεί στην πλευρά του ισχυρότερου ή να μένει ανεξάρτητος και ελεύθερος;

Το ιδανικό είναι να μπορεί να παραμένει κανείς ανεξάρτητος και ελεύθερος. Κάποιες φορές όμως, οι συνθήκες τον αναγκάζουν για το αντίθετο. Αυτό, νομίζω, είναι ένα από τα πράγματα που θέλει να μας πει και ο Θουκυδίδης μέσα από το έργο του.

Ποια μαθήματα μπορεί να αντλήσει κανείς σήμερα από την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου;

Αντίστοιχα γεγονότα με αυτά του Πελοποννησιακού πολέμου συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν ανά τα χρόνια σε όλο τον κόσμο. Η ιστορία θα επαναλαμβάνεται όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια, όπως γράφει άλλωστε και ο Θουκυδίδης.

Τι πιστεύεις ότι πρέπει να αλλάξει στην κοινωνία και στον κόσμο;

Ειλικρινά δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση. Επιμέρους θα μπορούσαν να αλλάξουν πολλά. Ίσως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όμως πως ό,τι γίνεται, συμβαίνει για κάποιο λόγο. Εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να προσπαθούμε για το καλύτερο.

Τι φοβάσαι και τι ελπίζεις για το μέλλον;

Με αφορμή τα «Μαθήματα Πολέμου», φοβάμαι και ελπίζω να μη βιώσουν και οι δικές μας γενιές αντίστοιχες κτηνωδίες.

Μετά τα «Μαθήματα πολέμου» τι ακολουθεί;

Διακοπές αρχικά και στη συνέχεια πρόβες για μια άλλη παραγωγή από την οποία ελπίζω να μάθω εξίσου πολλά με την τωρινή.

*Μετά τη μεγάλη επιτυχία και την εξάντληση των εισιτηρίων των «Μαθημάτων Πολέμου», το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών προγραμμάτισε τέσσερις επιπλέον παραστάσεις την Τρίτη 22, την Τετάρτη 23, την Πέμπτη 24 και την Παρασκευή 25 Μαΐου (ώρα έναρξης 9:00
μ.μ.), δίνοντας έτσι μία ακόμη ευκαιρία στο κοινό που δεν πρόλαβε να δει αυτή την εξαιρετική παραγωγή, να την παρακολουθήσει στο Υποσκήνιο Β΄ της Αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη.

Κείμενο: Δέσποινα Ραμαντάνη

Περισσότερα: Theater.View

No more articles