Έχει τύχει και σε εσάς. Βλέπετε ένα κλασσικό, απλό, λευκό T-Shirt σε γνωστά πολυκαταστήματα να κοστίζει 7 ευρώ και κοιτάτε και ένα άλλο μεγάλου οίκου το οποίο στο ταμπελάκι γράφει 300 ευρώ.

Το κοιτάτε και αναρωτιέστε; Πώς γίνεται ένα πανομοιότυπο λευκό T-Shirt να έχει τεράστια διαφορά στην τιμή, διότι δεν μιλάμε για 50 ευρώ αλλά για 293 ευρώ! Είναι το όνομα του σχεδιαστή ή είναι κάτι περισσότερο από αυτό;

Η αλήθεια είναι πως είναι κάτι παραπάνω, καθώς πίσω από τον καθορισμό της λιανικής τιμής υπάρχουν πολλοί παράγοντες, που ο καταναλωτής συνήθως δεν σκέφτεται όταν ψωνίζει. Δεν είναι μόνο ο τύπος του υφάσματος, αλλά η διαδικασία κατασκευής και το μάρκετινγκ.

Ας ξεκινήσουμε, όμως, με το ύφασμα.

«Το ύφασμα είναι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των περισσότερων ενδυμάτων» δήλωσε στην HuffPost η Margaret Bishop, καθηγήτρια στο  Parsons School of Design του The New School και στο The Fashion Institute of Technology.

Το βαμβάκι είναι το πιο συνηθισμένο ύφασμα για τα κλασσικά λευκά μπλουζάκια, ωστόσο, βαμβάκι από… βαμβάκι διαφέρει.

Όπως εξηγεί η  Preeti Gopinath, αναπληρώτρια καθηγήτρια κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και διευθύντρια του κλωστοϋφαντουργικού προγράμματος MFA στο Parsons School of Design στο New School, η υψηλότερη ποιότητα βαμβακιού κοστίζει περισσότερο από την χαμηλότερη.

«Όσο μεγαλύτερη είναι η ίνα, τόσο πιο ομαλό είναι το νήμα. Εάν οι ίνες είναι μικρές και πολλές συσπειρώνονται και έτσι όλο και περισσότερες βρίσκονται μαζί στο νήμα. Όσο περισσότερες είναι, τόσο περισσότερη είναι η υφή», αναφέρει.

Παράλληλα, υπάρχει η ποικιλία και η ποιότητα του βαμβακιού. Υπάρχει το βαμβάκι sea island, το αιγυπτιακό, το pima. Η επιλογή σχετίζεται με το κόστος και εάν προστεθεί σε αυτό η ελαστίνη, αυτό μεγαλώνει.

Φυσικά, υπάρχουν και οι ίνες των brand που κοστίζουν περισσότερο από αυτές που δεν έχουν… όνομα. Για παράδειγμα, το εμπορικό σήμα για το βαμβάκι pima είναι Supima και αυτό έχει κόστος, διότι από πίσω βρίσκεται το μάρκετινγκ.

Οι διαδικασίες πίσω από το λανάρισμα και το χτένισμα έχουν επίσης κόστος στο τελικό προϊόν. Το βάψιμο του βαμβακιού είναι, ακόμη, σύνηθες για το βούρτσισμα των ινών πριν γίνει το στρίψιμο σε νήματα. Στη συνέχεια έρχεται το χτένισμα το οποίο απομακρύνει τυχόν «κόμπους» στο νήμα και του δίνει ένα ομαλό φινίρισμα. Το χτένισμα χαρίζει υψηλότερη ποιότητα νήματος, η οποία και κοστίζει.

Bishop και Gopinath υπογραμμίζουν πως εάν το βαμβάκι είναι 100% βιολογικό, η τιμή του, προφανώς, και θα είναι υψηλότερη. Από την άλλη ένα μείγμα από βαμβάκι και συνθετικό ύφασμα, συνήθως πολυεστέρας, είναι πιο οικονομικό. Ο πολυεστέρας και άλλα συνθετικά υφάσματα είναι φθηνότερες ίνες, δηλώνει η Gopinath.

Η Bishop διευκρινίζει, βέβαια, πως το πανάκριβο T-Shirt ενός σχεδιαστή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κατασκευάζεται από το πιο ακριβό βαμβάκι. Ωστόσο, είναι πιο πιθανό εάν πωλείται σε χαμηλή τιμή, να μην είναι τόσο καλής ποιότητας, όσο θα είναι τα πιο ακριβά επώνυμα.

Η κατασκευή

Η εργασία αλλά και η χώρα κατασκευής παίζουν σημαντικό ρόλο στο κόστος.

«Πολλοί πιστεύουν εσφαλμένα ότι το κόστος εργασίας κάνει τη μεγάλη διαφορά στην τιμή μιας μπλούζας, ωστόσο, είναι ένα πολύ μικρό μέρος αυτής», λέει η Bishop.

Εάν και η κατασκευή μπορεί να γίνεται στο εξωτερικό, το εργατικό δυναμικό δεν επηρεάζει το κόστος σε τόσο μεγάλο βαθμό. Είναι «μερικά σεντ αν είναι μαζικής παραγωγής στο Μπαγκλαντές», συμπληρώνει.

«Αν σκεφτούμε πως ένας Αμερικανός πληρώνεται ακόμα και με το κατώτατο 8 δολάρια την ώρα και το μετατρέψουμε σε ρούπιες, θα δούμε πως κανείς σε Ινδία ή Μπαγκλαντές δεν παίρνει τόσα χρήματα», δηλώνει η Gopinath και τονίζει: «Πληρώνονται, ίσως, ένα δολάριο ή 50 σεντς, ούτε καν ανά μπλουζάκι, αλλά την ώρα ή ανά λίγες ώρες εργασίας».

Εκτός από την εργασία, η κλίμακα οικονομίας παίζει ρόλο. Τι εννοούμε; Εάν μια εταιρεία παράγει 10.000 πουκάμισα, η παραγωγή θα είναι πιο οικονομική από αυτή 10 πουκαμίσων. Έτσι, εάν το ίδιο πουκάμισο που κατασκευάστηκε μαζικά στο Μπαγκλαντές για 5 δολάρια, στις ΗΠΑ μια μικρότερη παρτίδα, για παράδειγμα 20 πουκαμίσων, θα κοστίσει πολύ περισσότερο.

Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε, βέβαια, όταν παίρνουμε το T-Shirt «Made in Bangladesh» και το πάμε στο ταμείο, είναι τις συνθήκες εργασίας και την αμοιβή των ανθρώπων που κατασκεύασαν. Η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική.

Η Bishop, παράλληλα, διευκρινίζει τι συμβαίνει μεταξύ της συσχέτισης του «Made in America» και των υψηλών τιμών. Όπως αναφέρει, δεν συμβαίνει πάντα αυτό, καθώς υπάρχουν αμερικανικά προϊόντα σε προσιτές τιμές.

Όταν πρόκειται για τη χώρα παραγωγής, επηρεάζει το συνολικό κόστος σε μεγάλο βαθμό λόγω των εισαγωγικών δασμών και των εξόδων αποστολής, δηλώνει, δίνοντας ένα παράδειγμα: «Εάν ένα μπλουζάκι κατασκευάζεται σε χώρα που έχει συνάψει συμφωνία με τις ΗΠΑ, ο εισαγωγικός δασμός θα είναι μηδενικός. Εάν, όμως, το ίδιο top έχει κατασκευαστεί σε χώρα με την οποία δεν υπάρχει εμπορική συμφωνία, τότε ο δασμός μπορεί να είναι τουλάχιστον 20%».

Μην ξεχνάτε και τα έξοδα αποστολής, τα οποία κυμαίνονται ανάλογα με την χώρα προέλευσης και χώρα αποστολής.

Μάρκετινγκ=Χρήμα

Όπως συμβαίνει με πολλά προϊόντα στη βιομηχανία της μόδας και της ομορφιάς, οι καταναλωτές πληρώνουν και το όνομα.

Εάν επιλέξετε ένα μπλουζάκι από κάποια αλυσίδα το πολύ να σας κοστίσει 10 δολάρια. Ένα παρόμοιο μπλουζάκι ενός μεγάλου brand ή οίκου μπορεί να αγγίξει και τα 340 δολάρια. Εκεί, πληρώνετε το prestige.

«Κάθε μάρκα ή έμπορος λιανικής έχει τα δικά του έξοδα, απαιτήσεις κέρδους και αξίες. Ορισμένα brand δίνουν προτεραιότητα στην παροχή καλής ποιότητας προϊόντων σε προσιτή τιμή, άλλοι προτιμούν τη δημιουργία της μάρκας και τη δημιουργίας μιας ιδέας γύρω από αυτή και μερικές φορές χρησιμοποιούν υψηλές τιμές ως μέρος αυτού», δηλώνει η Bishop.

Αυτό σημαίνει πως ένα ακριβό προϊόν πάντα αξίζει τα χρήματά του; Όχι, απαραίτητα!

Ένα T-Shirt των 100 ή 200 δολαρίων μπορεί να αξίζει τα χρήματά του. Υπάρχουν εταιρείες, σύμφωνα με την Gopinath, οι οποίες χρησιμοποιούν φιλικούς προς το περιβάλλον τρόπους κατασκευής σε μικρές παρτίδες στις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν προϊόντα που κοστίζουν λίγο παραπάνω.

Η Bishop επισημαίνει: «Μπορείτε να έχετε ένα πολύ ακριβό brand που πραγματικά πουλά προϊόντα χαμηλής ποιότητας, ενώ μπορείτε να αγοράσετε μια προσιτή μάρκα με προϊόν υψηλής ποιότητας».

Υπάρχουν εταιρείες, όπως η καναδική Kotn, που προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ ποιότητας και κόστους, χωρίς να χρησιμοποιούν αθέμιτα ή ανήθικα μέσα στη διαδικασία παραγωγής.

Ο Benjamin Sehl, συνιδρυτής της Kotn, εταιρείας ειδών ένδυσης από βαμβάκι που σχεδιάζονται στον Καναδά και παράγονται στην Αίγυπτο, μίλησε στην αμερικανική HuffPost για το τι συμβαίνει.

Όπως τόνισε, εάν ο καταναλωτής θέλει να κρατήσει τα ρούχα του περισσότερο καιρό, θα πρέπει να επενδύσει σε κομμάτια καλύτερης ποιότητας που δεν θα χαλάσουν στο πλύσιμο.

«Όσο περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν την αξία των ενδυμάτων καλύτερης ποιότητας, ειδικά αυτά που είναι και κατασκευασμένα βάσει ηθικών αξιών, τόσο περισσότερο θα επενδύουν τα χρήματά τους», αναφέρει ο Sehl.

Ο συνιδρυτής της Kotn υποστηρίζει πως είναι δύσκολο για τον καταναλωτή να καταλάβει εάν ένα ακριβό μπλουζάκι είναι καλύτερο από ένα φθηνότερο, ωστόσο, ενθάρρυνε τους καταναλωτές να κάνουν πάντα λίγη έρευνα πριν προχωρήσουν σε κάποια αγορά.

Η Bishop, μάλιστα, δίνει συμβουλές για το πώς να αναγνωρίσετε ένα καλής ποιότητας T-Shirt. Εάν το κρατήσετε προς το φως, οι ίνες θα πρέπει να φαίνονται ομοιόμορφες. Μπορείτε, επίσης, να τσεκάρετε το ύφασμα με τα δάχτυλά σας. Ένα ωραίο ποιοτικό μπλουζάκι είναι πιο μαλακό.

Μετά απ’ όλα αυτά, είναι στο χέρι σας να επιλέξετε ένα T-Shirt των 7 ή των 300 ευρώ.

No more articles