Lioness in the City: Γεννημένη στην Τζαμάικα και μεγαλωμένη κοντά στη Στουτγάρδη της Γερμανίας, η Marlene Kaminsky είναι μαθημένη στις δυσκολίες και στις προκλήσεις. Αυτό φανερώνουν οι απαιτητικοί ρόλοι με τους οποίους καταπιάνεται τόσο στο θέατρο, όπου απέσπασε εξαιρετικές κριτικές για το ρόλο της Μίρα στην παράσταση «Σκουλήκια» του Hillel Mittelpunkt, όσο και στον κινηματογράφο, όπου πρόσφατα την είδαμε στην ταινία Fish & Chips, του Ηλία Δημητρίου, που προβλήθηκε στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Απόφοιτος του Πανεπιστημίου Mozarteum στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, με εξαιρετικές συνεργασίες από το Εθνικό Θέατρο της Ζυρίχης ως τις σκηνές του Young Vic και του Laban Center στην Αγγλία , η Marlene, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια ζει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα, μίλησε στο OZON RAW ξεδιπλώνοντας με το δικό της τρόπο τις σκέψεις της για την καριέρα, την πατρίδα, το θέατρο και τα σημεία των καιρών.

Πώς πήρες την απόφαση να γίνεις ηθοποιός;

Ήμουν 5 χρονών όταν είδα μια ταινία της Disney, όπου ένα κοριτσάκι είχε ως καλύτερό του φίλο ένα λιοντάρι. Αμέσως πήγα στη μαμά μου και της είπα ότι θέλω κι εγώ ένα λιοντάρι για φίλο. Εκείνη μου εξήγησε ότι όλο αυτό δεν ήταν πραγματικό και οι άνθρωποι στην ταινία ήταν απλώς ηθοποιοί. Έτσι σκέφτηκα πως αν γινόμουν ηθοποιός θα μπορούσα να αποκτήσω κι εγώ ένα λιοντάρι για φίλο. Η απάντηση της μητέρας μου όταν της ανακοίνωσα την απόφαση μου ήταν «να γίνεις αφού πρώτα αποκτήσεις μια κανονική δουλειά». Μετά σκέφτηκα να γίνω φούρναρης, μήπως με άφηναν έτσι να γίνω και ηθοποιός … (γέλια), όμως τελικά παρέκαμψα αυτό το στάδιο, κι αν εξαιρέσουμε τα πρώτα εφηβικά χρόνια που σκεφτόμουν να γίνω κτηνίατρος, η υποκριτική ήταν πάντα το όνειρό μου.

Πώς ήταν σαν εμπειρία ο ρόλος της Κατρίνα στην ταινία ‘Fish & Chips’;

Είναι η πρώτη φορά που υποδύομαι τη μητέρα και μάλιστα τη μητέρα μιας ενήλικης κόρης. Η ηρωίδα είναι αποκομμένη από τις ρίζες της, δεν έχει μεγάλες φιλοδοξίες στη ζωή της, δεν έχει πολλές συναισθηματικές εξάρσεις και γενικότερα παίρνει τη ζωή, όπως της έρχεται. Ίσως να μοιάζει λίγο στυλιζαρισμένο αυτό, όμως μιλώντας με ανθρώπους από την πρώην Ανατολική Γερμανία κατάλαβα ότι η καθημερινότητά τους ήταν δομημένη πάνω σε έναν πολύ συγκεκριμένο, χαρτογραφημένο τρόπο ζωής, όπου τα πάντα ήταν ελεγχόμενα. Δε χρειαζόταν να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις ή να τα καταφέρουν μόνοι τους. Αυτό προσπάθησα να περάσω στην Κατρίνα.

Υπάρχουν σημεία συνάντησης με την ηρωίδα του Δημητρίου;

Όχι. Εγώ θέλω να έχω ένα στόχο στη ζωή μου. Εκείνη μπορεί να μπαινοβγαίνει στα προβλήματα, όπως σε έναν ωκεανό, λιγάκι χαμένη και αδύναμη, με την πεποίθηση ότι δεν έχει νόημα να πας κόντρα σε αυτό που έρχεται, γιατί έτσι είναι η ζωή. Ίσως είναι ακριβώς αυτή η ηπιότητα της ιδιοσυγκρασίας της, που εγώ δεν έχω καθόλου ως άτομο.

Πατρίδα τι είναι για σένα;

Για μένα η πατρίδα δεν ήταν ποτέ μια γεωγραφική περιοχή. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς θα ήταν, αν ήταν ριζωμένη μέσα μου η αντίληψη, ότι ανήκω σε μια συγκεκριμένη χώρα. Πατρίδα μου είναι εκεί, όπου εργάζομαι, που αγαπώ, που βρίσκονται οι φίλοι μου, αλλά ακόμα και αυτοί ζουν σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Στην Ελλάδα τι σε έφερε;

Ερωτεύτηκα και έμεινα.

Στην ταινία μιλάς άπταιστα γερμανικά. Είσαι γέννημα θρέμμα Γερμανίδα;

Γεννήθηκα στην Τζαμάικα αλλά μεγάλωσα στη Γερμανία. Ήμουν ενάμιση χρoνών όταν μετακομίσαμε με τους γονείς μου, στην Σουηβία (Schwaben),  ένα μικρό χωριό κοντά στην Στουτγάρδη.

Ποιες διαφορές θα έλεγες ότι υπάρχουν στο θέατρο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;

Στη Γερμανία υπάρχουν σίγουρα λιγότερες θεατρικές σκηνές, οι οποίες είναι κρατικές ή επιχορηγούνται από το κράτος. Από εκεί και πέρα υπάρχουν σύνολα με συγκεκριμένο ρεπερτόριο, που έχουν συμβόλαιο για ένα-δύο χρόνια και μετά βγαίνουν και παίζουν. Σίγουρα μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά και εκεί και δημιουργούνται όλο και περισσότερες ανεξάρτητες σκηνές αλλά σε σχέση με την Αγγλία και την Ελλάδα, το κράτος υποστηρίζει πολύ περισσότερο οικονομικά το θέατρο.

Οι καλλιτεχνικοί σου στόχοι ποιοι είναι;

Παλιότερα ήθελα απλώς να γίνω μια πολύ καλή ηθοποιός χωρίς να μπορώ να ορίσω τι ακριβώς σημαίνει αυτό για μένα. Τώρα νιώθω ότι έχω φτάσει πια σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο και έχω αποκτήσει την αυτοπεποίθηση που θα με έκανε να συγκεκριμενοποιήσω τους στόχους μου. Γνωρίζω τις δυνατότητες μου και από πού πηγάζουν αυτές, ξέρω πώς να τις αναζητήσω και οπωσδήποτε νιώθω πιο χαλαρή, οπότε θα ήθελα να μου δοθεί η ευκαιρία να παίξω κάποια στιγμή στην Επίδαυρο. Πιστεύω ότι πρόκειται για μια σπουδαία πνευματική εμπειρία για κάθε καλλιτέχνη.

Η προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα, ιδίως στο θέμα της γλώσσας, ήταν κάτι που σε δυσκόλεψε;

Χρειάστηκε πολύ δουλειά και ιδίως στο θέατρο, που πρέπει να σταθείς μπροστά σε ένα ζωντανό κοινό και να μιλήσεις στη γλώσσα του. Ο γλωσσικός αυτός περιορισμός μου δίδαξε περισσότερα για το θέατρο απ’ όσα ίσως θα είχα μάθει αν μιλούσα άπταιστα τη γλώσσα.

Το γκρίζο των ημερών λόγω κρίσης σε έχει επηρεάσει καθόλου;

Όχι. Είμαι καλή στις δυσκολίες, όπως και στις αλλαγές. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που έχω αλλάξει τόσους τόπους διαμονής. Κάτι που δεν είναι εύκολο να κάνεις ως ηθοποιός, κυρίως λόγω της γλώσσας αλλά και της καριέρας. Εγώ δε σκέφτομαι με όρους καριέρας. Σκέφτομαι με όρους πρόκλησης και καλλιτεχνικής ωρίμανσης. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι μια εποχή γεμάτη προκλήσεις, όχι απαραίτητα ακίνδυνη, υπάρχει κάτι που ελλοχεύει και ίσως εκραγεί κάποια στιγμή. Πολλοί σκέφτονται να φύγουν από την Ελλάδα. Εγώ όχι. Έχω πάψει να βλέπω τηλεόραση γιατί πιστεύω ότι ενσπείρει το φόβο και την ανασφάλεια. Πιστεύω ότι η αλλαγή έρχεται κάποια στιγμή ούτως ή άλλως, είναι μέρος της φύσης. Μετά το χειμώνα έρχεται η άνοιξη. Δεν μπορείς να τη σταματήσεις. Μπορείς όμως να της δώσεις μια κατεύθυνση.

Η ταινία ‘Fish & Chips’ του Ηλία Δημητρίου προβλήθηκε
στο 17ο Διεθνές Φεστιβάλ της Αθήνας ‘Νυχτες Πρεμιέρας’

Συνέντευξη: Δέσποινα Ραμαντάνη | Φωτογραφία: Νίκος Κατσαρός

No more articles