Dreamer

Οι μεγαλύτεροι εγκληματίες των ημερών μας είναι οι ονειροπόλοι;

Συμβαίνουν τα όνειρα;

Τα βλέπω παρατημένα στα πεζοδρόμια, τη νύχτα, βγάζω το κινητό μου, τα φωτογραφίζω κι αναρωτιέμαι: αν πίσω από αυτά τα παρατημένα πατίνια κρύβεσαι εσύ που λείπεις από το 2002 και τώρα μου την έστησες, να σκοντάψω πάνω σου να ακουμπιστούμε – δήθεν τυχαία – να σε μυρίσω, να σε θυμηθώ και να σ’ αγγίξω.
Ή αν είσαι εσύ που έφυγες το ’87: τη δύσκολη χρονιά που εγώ «έμαθα» κι εσύ διάλεξες να αυτοκτονήσεις· Πάσχα.


Όχι, δεν είναι – μόνο – οι πεθαμένοι μας που παρατάνε επίτηδες όλα αυτά τα έρημα ηλεκτρικά πατίνια εκεί που θα περάσουμε. Τα βλέπω να σκάνε στα πιο απρόβλεπτα σημεία και – ευτυχώς – στοίχειωσαν την πόλη με ελπίδες κι όνειρα ανάβασης, κατάβασης και κάθε είδους μεταφοράς χρησιμοποιώντας φιλικούς τρόπους κι εξασφαλίζοντας τη διεκδίκηση μιας διαρκούς παιδικότητας.


Νιώθω πως αυτά τα πατίνια είναι τα όνειρά μας που, επειδή δε βρίσκουν πια αναβάτες και άλογα, εφηύραν αυτά τα μαγικά οχήματα που ανεβαίνεις, λέει, πάνω τους, ξεχνάς, ξεφορτώνεσαι ό,τι σε βαραίνει και χιμάς πάλι στη ζωή, απτόητος.

Π.χ. ο Α.: η περιφέρειά του μεγάλη σαν οροπέδιο· και το αυτοκίνητό του ακόμα πιο παχουλό, ογκώδες κι επικίνδυνο. Κι εκείνος βγάζει από μέσα του ένα πατίνι και το καβαλάει και γίνεται αίφνης αδύνατος σαν ερωτευμένος έφηβος που καρδιοχτυπάει αν θα πάρει ένα «ναι»· και τρέχει έφιππος στο πατίνι του να κυνηγήσει το «ναι» μαζί με όλα τα όνειρά του: όσα φοβούνται διαρκώς οι ενήλικοι όταν γίνονται κακομοιραίοι, μίζεροι, κρυμμένοι πίσω από διαρκείς δικαιολογίες. Κι έχουν δίκιο: η ζωή σε αποθαρρύνει καθημερινά, αλλά τα όνειρά τους; Όσα τους έσπρωξαν να ενηλικιωθούν;

«Τα όνειρά σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές να ’ρθούν στην εξουσία», μας απείλησαν από νωρίς και μάθαμε να κρύβουμε τα όνειρά μας καλά. Να τα ξεχνάμε στον πρώτο καφέ. Κι όταν αυτά επιμένουν να μας κυνηγάνε μέσα στη μέρα, εμείς να τα αποφεύγουμε με χίλιες πατέντες. Την εξής μία: κάτι σαν αυτοκίνητο αντί για πατίνι.

Το ’ξερες το κόλπο (στον Α απευθύνομαι). Όλοι εξασκούμαστε χρόνια σ’ αυτό. Κι εκεί που ’τρωγες στο γκουρμεδιάρικο – παραμελώντας την οροπεδιακή περιφέρειά σου – μαζί με το σπέσιαλ πατατόψωμο σου ’σκασε το όνειρο: αυτό που αποφεύγεις χρόνια. Κάτι σαν, ας πούμε να καβαλικέψεις ένα άλογο και να φύγεις, ατρόμητος, δίχως να σε επηρεάζουν οι προσδοκίες και οι προβολές των θετών γονιών σου, τα λάθη του βιολογικού σου πατέρα που εξαφανίστηκε, η μάνα σου που έφυγε νωρίς, τα βάσανα της φυλής σου που έγινε σαπούνι και μπαμπούλας των παιδιών, η Μ. που, από ένα σκουλαρίκι, ξανάρθε στη ζωή σου και απαιτεί να είσαι διαρκώς προστάτης κι «ο άντρας ο σωστός», οι υπάλληλοί σου που όταν κωλοβαράνε σε κοιτάνε αυστηρά να μην ξεχαστείς: γιατί εσύ – μόνο εσύ – πρέπει να φέρνεις κι άλλες δουλειές για να ζει το γραφείο. Κι ύστερα θα γκρινιάζουν πως δεν προλαβαίνουν.

Και τα όνειρά σου; Ούτε αυτά που βλέπεις στον ύπνο σου δε θυμάσαι πια. Ούτε αυτά που σε στοίχειωναν και κυνηγούσες επίμονα στην αδύνατη εφηβεία σου. Φοβάμαι πως το ίδιο συμβαίνει και με όλους αυτούς τους παραπάνω που δε σ’ αφήνουν καβαλικέψεις το άλογο που θες, όπως το θες.

Να σου εξομολογηθώ πως κι εγώ άρχισα να ξεχνάω τα όνειρά μου και θυμάμαι μόνο εκείνα που βλέπω το χάραμα, αν στο πρώτο ξύπνημα δε σηκωθώ αμέσως αλλά μείνω για λίγο ακόμα στο κρεβάτι· ή αυτά τα άγρια όνειρα που με ξυπνάνε έντρομο μέσα στη νύχτα. Αυτά που έρχονται πιο σπάνια και σε κυνηγάνε όλη τη μέρα σαν να συνέβησαν.

Αυτό θα πει να είναι κανείς ονειροπόλος; Όταν κυκλοφορεί στοιχειωμένος από τα όνειρα του ύπνου του ή όταν κυνηγάει εκείνα που τον τροφοδοτούν με δύναμη και ζωή όσο μεγαλώνει; Αυτά τα όνειρα που όσο περνάει ο καιρός, αμείλικτος, του τα στερούν – άλλοτε λίγα λίγα κι άλλοτε βιαίως, όλα μαζί. Ποιοί; Όσοι πιστεύουν πως οι μεγαλύτεροι εγκληματίες της εποχής μας είναι οι ονειροπόλοι. Αντιτίθεμαι καθημερινά σ’ αυτούς τους μεθοδικούς «εξουσιαστές» που έχουν αναπτύξει μια τρομερή, καλομελετημένη κι αποτελεσματική μέθοδο που θανατώνει τα όνειρα την ώρα που γεννιούνται. Κάτι σαν έκτρωση ονείρων, όχι στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά σαν έμβρυα που τα αφήνουν πρώτα να γεννηθούν, από σαδισμό και, σκοτώνοντάς τα επιτόπου στη γέννα, ενεργοποιούν αυτόματα έναν καίριο κατασταλτικό μηχανισμό εναντίον των ονειροπόλων που επιμένουν να αντιστέκονται ακόμα με όνειρα.

Ο θάνατος των ονείρων είναι ο καλύτερος τρόπος για να γεμίσει ο κόσμος με ακίνδυνους εργάτες που δεν έχουν όνειρα, άρα ούτε και λόγους για να διαμαρτύρονται, να επαναστατούν και να διεκδικούν. Αν ρωτήσεις αυτούς τους εξουσιαστές γιατί μισούν τα όνειρα και τους ονειροπόλους, θα σου πουν πως οι ονειροπόλοι χάλασαν τον κόσμο και τον οδήγησαν στην παρακμή με τα ρομαντικά εξωπραγματικά τους κίνητρα. Ίσως να έχουν δίκιο· εξαιτίας των ονειροπόλων κινδυνεύουν ευθέως οι συμβιβασμένοι, οι φοβισμένοι και οι συντηρητικοί.

Αρχίζω να μετράω τους «αγίους» μου κι είναι όλοι ονειροπόλοι. Κυρίως αυτό. Κι όσο πιο ανέφικτα είναι τα όνειρά τους τόσο πιο άγιοι μοιάζουν. Κι όσο πιο άγιοι, τόσο πιο κυνηγημένοι. Όπως ο Άλαν Τούρινγκ που, επειδή ονειρεύτηκε έναν καλύτερο κόσμο, εφηύρε το κομπιούτερ και όντως τον άλλαξε για πάντα, νίκησε τους Ναζί (στήνοντας κρυφά κι αποτελεσματικά σχέδια πανωλεθρίας τους) και κυνήγησε σε όλη του τη ζωή την απόλυτη αγάπη, ελεύθερα, όπως την επιθυμεί ο καθένας. Για αυτό το τελευταίο τού ’καναν ηλεκτροσόκ κι επειδή δε γιατρεύτηκε, ώστε να μην είναι πούστης – όπως τον κατηγορούσαν – διάλεξε να πεθάνει τρώγοντας ένα δηλητηριασμένο μήλο. Ο μύθος λέει πως γι’ αυτό ο Στηβ Τζομπς έκανε το δαγκωμένο μήλο σήμα του ονείρου του: της νέας εποχής των κομπιούτερ, των κινητών κτλ. Για να μην ξεχνάμε όσα διεκδικούμε και για να επιμένουμε μέχρι το τέλος όσο κι αν πονάει.

Τα όνειρά μας όμως προϋποθέτουν πάντα βάσανα, πόνους, δυσκολίες και αδιέξοδα για να συμβούν;

Η ζωή μου αυτή τη στιγμή μοιάζει με ένα δαγκωμένο μήλο. Που ή θα το δαγκώσω βάζοντας δηλητήριο για να τελειώνω ή η δαγκωνιά μου θα ενεργοποιήσει όσα όνειρα φοβήθηκα να τολμήσω κι έμειναν μόνο στη σκέψη, στα «άλλα» όνειρα: αυτά που δε θα συμβούν ποτέ. Για πρώτη φορά είμαι στο μεταίχμιο κυριολεκτικά: ή θα ξεχάσω τα όνειρά μου και θα συμβιβαστώ για να ζω μέσα στα «άλλα όνειρα» ή θα συνεχίσω να τα κυνηγάω κι ας σπάω συνεχώς το κεφάλι μου σε τοίχους. Η λύση ίσως κρύβεται στην αλήθεια πως δεν κατάφερα ακόμα να καβαλήσω ένα από αυτά τα μαγικά πατίνια της Αθήνας. Γιατί φοβάμαι να μην πέσω; Γιατί δεν έκανα ποτέ μου πατίνι; Ή γιατί φοβάμαι πως δε μου υπολείπονται άλλα όνειρα;
(Στον Α) Να ξέρεις πως δεν ειρωνεύτηκα τον μεγάλο σου κώλο όταν τον είπα οροπέδιο. Τον τρόπο που πετούσες με το πατίνι σου ζήλεψα: σαν αέρας εσύ, παχουλός άνθρωπος.

Υ.Γ. Ο φίλος μου, ο Γιώργος, μου ζήτησε να του γράψω αυτό το κείμενο για τους ονειροπόλους σε μια στιγμή που κι ο ίδιος άρχισε να εξαντλείται από το διαρκές κυνήγι ενός ονείρου. Θα του θυμίσω πως το ΟΖΟΝ είναι ένα διαρκές όνειρο που συμβαίνει 25 χρόνια τώρα. Η πρώτη φορά που ένα περιοδικό μοιράστηκε ελεύθερα στην Ελλάδα και έγινε μοχλός πίεσης για τα όνειρα που δεν τολμούσε η χώρα εύκολα να δείξει. Γι’ αυτό, κάθε φορά που το ΟΖΟΝ καλεί κόσμο σε επινοητικές συνερεύσεις, ανακαλύπτω – κάθε φορά με την ίδια έκπληξη τόσες δεκαετίες τώρα – πρόσωπα σφριγηλά που δεν έχω ξανασυναντήσει αλλού στην πόλη. Γι’ αυτό ο Γιώργος δεν οδήγησε ποτέ συμβατικό αυτοκίνητο αλλά αγάπησε τα αγόρια με τα πατίνια. Και γι’ αυτό ξέρω πως θα συνεχίσει να διεκδικεί την αγάπη που ονειρεύτηκε. Και μαζί του κι εμείς. Μέχρι που οι ονειροπόλοι να πάρουν πάλι την εξουσία. Όπως έκαναν στη Γερμανία, το 1918.

Από τον Μενέλαο Καραμαγγιώλη
Φωτογραφίες: Κωστής Φωκάς

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος #129 του Ozon Raw.