Ο Μάνος Χατζιδάκις αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής μουσικής και ένας από τους λίγους Έλληνες που έχουν τιμηθεί με το βραβείο Όσκαρ. Ωστόσο, η στάση του απέναντι στη βράβευσή του υπήρξε τουλάχιστον αντισυμβατική, αναδεικνύοντας τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα και τις υψηλές καλλιτεχνικές του απαιτήσεις.
Στις 17 Απριλίου 1961, ο Μάνος Χατζιδάκις κέρδισε το Όσκαρ «Καλύτερου Κινηματογραφικού Τραγουδιού» για τη μουσική των «Παιδιών του Πειραιά», από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν. Η επιτυχία του τραγουδιού υπήρξε τεράστια, κάνοντας την Ελλάδα γνωστή σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, η υποδοχή αυτής της επιτυχίας από τον ίδιο τον δημιουργό ήταν μάλλον αδιάφορη, αν όχι αρνητική.
Ο Χατζιδάκις είχε μια χρόνια απέχθεια προς τις βραβεύσεις και τις τελετές. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν παρέστη στην απονομή των Όσκαρ, σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς που θεωρούν την επιτυχία αυτή ως μία κορυφαία στιγμή της καριέρας τους. Το βραβείο του εστάλη ταχυδρομικώς στην Ελλάδα, όμως χάθηκε στη διαδρομή, αναγκάζοντας την Ακαδημία να του αποστείλει ένα δεύτερο αντίγραφο.
Η περιφρόνηση του Χατζιδάκι προς το βραβείο ήταν τέτοια που, όταν κάποια στιγμή το κράτησε στα χέρια του, το πέταξε στα σκουπίδια. Μάλιστα, το αγαλματίδιο διασώθηκε από την οικιακή βοηθό του, η οποία παρατήρησε ότι τα σκουπίδια ήταν ασυνήθιστα βαριά και ειδοποίησε την αδερφή του συνθέτη.
Το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά» ήταν μια σύνθεση που ο Χατζιδάκις είχε γράψει βιαστικά, ύστερα από πίεση των παραγωγών της ταινίας. Ο ίδιος το θεωρούσε επιφανειακό και μακριά από την αισθητική και τα καλλιτεχνικά του ιδανικά. Παρόλο που το κομμάτι έγινε ένα από τα 10 πιο εμπορικά τραγούδια του 20ού αιώνα, εκείνος δεν το εκτίμησε ποτέ. Αντιθέτως, το θεωρούσε μία «παρεξήγηση» της πραγματικής του μουσικής αξίας.
Ενδεικτικό της στάσης του είναι το γεγονός ότι, όταν οι φωτορεπόρτερ ζήτησαν από τον Χατζιδάκι να φωτογραφηθεί με το Όσκαρ, εκείνος δανείστηκε το βραβείο της Κατίνας Παξινού. Η Παξινού ήταν η πρώτη Ελληνίδα που είχε κερδίσει Όσκαρ και ο Χατζιδάκις θεώρησε πιο «έντιμο» να ποζάρει με το δικό της αγαλματίδιο, παρά με το δικό του.
Διαβάστε και τη συναρπαστική ιστορία πίσω από το «I walk the line» του Τζόνι Κας
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν ένας απλός συνθέτης. Ήταν ένας στοχαστής, ένας άνθρωπος με βαθιά καλλιτεχνική συνείδηση, που έβλεπε τη μουσική ως μορφή τέχνης και όχι ως προϊόν μαζικής κατανάλωσης. Η στάση του απέναντι στο Όσκαρ δεν ήταν απλώς μία ένδειξη ιδιοτροπίας, αλλά μία ξεκάθαρη δήλωση για το πώς αντιλαμβανόταν την τέχνη του.
Ο ίδιος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ. Οι φιλοδοξίες μου, όμως, και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό». Αυτή η φράση συμπυκνώνει απόλυτα τη φιλοσοφία του Χατζιδάκι, που ποτέ δεν επαναπαύτηκε σε επιτυχίες και διακρίσεις.
Ο Μάνος Χατζιδάκις παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ένας καλλιτέχνης που έβαζε πάνω από όλα τη δημιουργική του ελευθερία και την ποιότητα του έργου του. Παρότι το Όσκαρ των «Παιδιών του Πειραιά» ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ελληνικής μουσικής στον διεθνή χώρο, εκείνος το αντιμετώπισε με απόλυτη αδιαφορία, πιστός στις αρχές του.
Σήμερα, το έργο του Χατζιδάκι παραμένει ζωντανό, εμπνέοντας νέες γενιές καλλιτεχνών και μουσικόφιλων. Και ίσως, αυτή η ακριβώς η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά του να είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που άφησε πίσω του.