Ο Αντώνης Τάδε, ο «Αντωνάκης» έρχεται και έχει θέµατα… Σε πολλά επίπεδα, ατοµικά και κοινωνικά. Και κανείς πιο κατάλληλος για να μας βοηθήσει να τα κατανοήσουμε από τον Σαράντο Γεώργιο Ζερβουλάκο, που μετά τις πολυάριθμες συνεργασίες του με πολλά θέατρα της Γερμανίας και της Αυστρίας ως απόφοιτος του Max Reinhardt Seminar, μεταξύ των οποίων το Burgtheater της Βιέννης, ένα από τα σπουδαιότερα θέατρα της Ευρώπης, επιστρέφει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού καταθέτοντας μια πραγματικά στιβαρή και ευρηματική σκηνοθεσία στο έργο της Αλεξάνδρας Κ, «Επαναστατικές Μέθοδοι για τον Καθαρισμό της Πισίνας», τόσο από την άποψη της σκηνικής προσέγγισης όσο και από την πλευρά της διαχείρισης µιας εξαιρετικής οµάδας ηθοποιών, ώστε σταδιακά και µεθοδικά να εκφράζουν µε τον πιο πηγαίο, δυναµικό και αυθόρµητο τρόπο το χρονικό µιας οικογενειακής σύγκρουσης που εν τέλει παίρνει την µορφή οικογενειακής τραγωδίας. Θυµάµαι µια κοινωνία µεθυσµένη από την αίσθηση του «τα καταφέραµε». Με την σηµερινή µατιά θα έλεγα «την πατήσαµε», μας λέει κοιτάζοντας την Ελλάδα του 2000 με τα μάτια του σήμερα ενώ σεμνός, ειλικρινής και προσγειωμένος μιλά με ιδιαίτερη αγάπη για τους χαρακτήρες του έργου, την οικονομική κρίση, το θέατρο στην Γερμανία αλλά και το μέλλον της Ευρωπαϊκής οικογένειας.

Από την Δέσποινα Ραμαντάνη

Φωτογραφία: Πέτρος Τουφεξής 

Τι είναι εκείνο που οδηγεί τα πράγµατα σε αυτή την τελική και τραγική ρήξη; Ο χαρακτήρας; Η νοοτροπία; Οι κοινωνικές συνθήκες; Οι εκάστοτε κυβερνητικές πολιτικές; Είναι µε λίγα λόγια η «λαµογιά» του Έλληνα ή οι πολιτικές που εξέθρεψαν και εξακολουθούν να εκτρέφουν την «λαµογιά» ή την διαφθορά παντού στον κόσµο;

Τα θέµατα που θα συναντήσουμε παρέα µε τον “Αντωνάκη” όταν τον επισκεφτούμε στη βεράντα της παράνομης αυθαίρετης κατοικίας του, είναι πολλά. Στο έργο της Αλεξάνδρας, θα αντιμετωπίσουμε την περιγραφή µιας κατάστασης που µοιράζονται οι πρωταγωνιστές και θα µας προσφέρουν σαν κέρασµα αρκετά επίπεδα ταύτισης για όλους µας. Η συγγραφέας – όπως και εγώ- αγαπάει τους χαρακτήρες που έχει δηµιουργήσει. Για αυτό το λόγο µπαίνει και στον κόπο να τους κρίνει µε τόση προσοχή, ειλικρίνεια και ενδιαφέρον. Σε στιγµές ίσως και να τους κατηγορεί – ποτέ όµως δεν τους δικάζει. Είναι υπερβολικά εύκολο και αδιάφορα απλό, να ψάχνουµε τους λόγους για τις δύσκολες καταστάσεις του σήµερα µόνο στην προηγούµενη γενιά, χωρίς να δούµε τα πράγµατα και σε µία πιο µακρόχρονη ιστορική συνέχεια. Για κάθε εποχή ισχύει όµως, ότι η πορεία ενός πολιτικού συστήµατος – εκτός αν µιλάµε για αυταρχικά καθεστώτα- απαιτεί τους υποστηρικτές της.

Στην παράσταση η Ελλάδα απεικονίζεται περίπου ως θλιβερή «αναµονή» του σαθρού, µεταπολιτευτικού οικοδοµήµατος, που ανδρώθηκε τη δεκαετία του ’80 και κορυφώθηκε το 2004. Ποια είναι η δική σου εµπειρία από την Ελλάδα εκείνης της δεκαετίας και πως βλέπεις σήµερα εκείνη την προσωρινή άνοιξη των Ολυµπιακών Αγώνων;

Θυµάµαι αρκετά καλά εκείνη την εποχή και πως την παρατηρούσαµε ειδικά και σαν Έλληνες του Εξωτερικού. Υπήρχε από την µια πλευρά µια αισιοδοξία και µια αίσθηση, ότι η πορεία µας σαν χώρα µέσα στο ευρωπαϊκό σύστηµα θα µας οδηγούσε όλο και σε ανώτερα. Χαιρόµασταν για αυτή την αίσθηση της προόδου και περιµέναµε τα αποτελέσματα. Βέβαια ήταν και η ηλικία µου τότε, που είχε διαφορετικές απαιτήσεις. Την Ελλάδα γύρω από το 2000, µέσα από προσωπικές εµπειρίες µου, την θυµάµαι σαν ένα αξιολάτρευτο και τρελό, κυρίως καλοκαιρινό fun park. Από την άλλη θυµάµαι ότι επίσης παρατηρούσαµε καταστάσεις στην Ελλάδα του τότε, που για την µατιά του Έλληνα εκτός Ελλάδας απλά φαινόντουσαν πλέον ανεξέλεγκτες. Θυµάµαι µια κοινωνία µεθυσµένη από την αίσθηση του «τα καταφέραµε». Με την σηµερινή µατιά θα έλεγα «την πατήσαµε».

Ένα µεγάλο κοινωνικό και περιβαλλοντικό θέµα, όπως η κατασκευή των αυθαιρέτων, στο έργο γίνεται αφορµή για να µιλήσει κανείς για την τωρινή κοινωνική κατάσταση και τους λόγους που έφεραν την χώρα ως εδώ, καταλήγοντας περίπου σε ένα «µαζί τα φάγαµε». Ποιά είναι η άποψή σου για τους λόγους που οδήγησαν την χώρα στην οικονοµική κρίση;

Οι λόγοι που οδήγησαν την Ελλάδα στην οικονοµική κρίση είναι πολλοί. Όπως είναι και πολλές οι εξηγήσεις – εντός Ελλάδας όπως και στο εξωτερικό. Μια αλήθεια, αν υπάρχει, θα βρεθεί κάπου στη µέση. Για να µιλήσουµε γι’ αυτό το θέµα όπως θα του άξιζε, θα έπρεπε να κάνουµε µια (µεγάλη!) κουβέντα. Κατά την άποψή µου, αυτή η συζήτηση δεν γίνεται χωρίς µια λεπτοµερή ενασχόληση µε την ιστορία αυτού του τόπου και ειδικά µε την ιστορία του νεοελληνικού Έθνους µετά το 1821. Στο πέρασµα των χρόνων, είναι πολλά τα µουσικά όργανα που έχουν λάβει µέρος στην ενορχήστρωση αυτής της µελωδίας. Επίσης, πολλοί περισσότεροι από έναν γίνανε συνθέτες ενός δυστυχώς λυπητερού τραγουδιού. Παραμένει όμως σίγουρο, ότι πάντα δεν θα «φταίει» µόνο ένας – because it takes (at least) two to tango.

Στο έργο η νέα γενιά συγκρούεται µεν µε τους παλιούς λόγους που οδήγησαν στην δηµιουργία του αυθαιρέτου, αλλά µέχρι ενός σηµείου, µέχρι εκεί που βολεύει και την ίδια, δηµιουργώντας µια αντίφαση γύρω από τα στοιχεία που συνθέτουν την δική µας γενιά. Επαναστάτες; Επαναστάτες µέχρι εκεί που µας βολεύει ή βαθιά κυνικοί και έτοιµοι να γίνουµε το νέο «παλιό»;

Δυστυχώς, δεν βλέπω σχεδόν τίποτα πραγµατικά επαναστατικό στη νέα γενιά που περιγράφεται στο έργο, όπως και στην θέση της ως προς την σηµερινή µας κατάσταση. Δυστυχώς, αυτό για µένα ισχύει και για την γενιά µου γενικότερα. Είτε είναι στην Ελλάδα, είτε στη Γερµανία, στην Αυστρία η αλλού: παρατηρώ ένα έντονο κλίµα διαµαρτυρίας, που σε συγκεκριµένες περιπτώσεις σίγουρα θα είναι πιο δικαιολογηµένο από ότι είναι σε άλλες. Ασχολούµαστε υπερβολικά µε το ποιος µας έφταιξε σε τι, µε το πως θα επιστρέψουµε σε κάτι συνηθισµένο ή πως θα συνεχίσουµε µε έναν παλιό και βολικό τρόπο ζωής, αντί µε το πως θα δώσουµε το δικό µας χρώµα στη δικιά µας εποχή. Φυσικά, εδώ όπως παντού και πάντα, θα υπάρξουν εξαιρέσεις από τον κανόνα και η ελπίδα συνεχίζεται -ευτυχώς.

“Η κατάκτηση του προσωπικού µας ονείρου, αυτό για µένα αποτελεί και την πρόκληση και την χαρά”

Στέκοµαι σε µια φράση της Γερµανίδας φίλης της οικογένειας, “ο πατέρας σας θέλησε να χτίσει για εσάς ένα παλάτι, πράγµα που ο δικός µου πατέρας (στην Γερµανία) δεν θα έκανε ποτέ για εµένα”. Έχοντας το παράδειγµα της Γερµανίας και της Αυστρίας, ποια είναι η προσέγγιση εκεί στο ζήτηµα της ανεξαρτητοποίησης των παιδιών από το γονέϊκο περιβάλλον;

Όσο περισσότερο έχω την ευκαιρία να γνωρίζω συγκεκριµένο κόσµο στην κάθε χώρα, τόσο καλύτερα µου δίδεται µια ευκαιρία σοβαρής σύγκρισης- µε παραδείγµατα και πέρα από τα κλισέ. Και πάλι όσο περισσότερο έχω µπει στη διαδικασία να συγκρίνω, τόσο περισσότερο προτιµώ πλέον να το αποφεύγω. Η φράση της Γερµανίδας φίλης περιγράφει µια συγκεκριµένη περίπτωση – ανάλογα µπορώ να σου πω άλλες δέκα περιπτώσεις στη Γερµανία, που δεν ισχύει αυτό το «ποτέ». Τελικά, γονείς είναι, παντού και σε όλα τα έθνη – µε τα άγχη και τις προσπάθειές τους, αλλά και τις αποτυχίες. Η συνηθισµένη εικόνα στην Ελλάδα, ότι ένας βόρειος Ευρωπαίος θα διώξει τα παιδιά του στα 18 τους από το σπίτι του, δεν ισχύει. Όπως και κατά την άποψη µου δεν ισχύει, ότι η ελληνική οικογένεια είναι ιδιαίτερα τοξική. Έχουμε ζήσει και πολλά άλλα. Άσχετα από τοπικές νοοτροπίες, οι προδιαγραφές για µια ανεξαρτητοποίηση των παιδιών από το γονεϊκό περιβάλλον, παρατήρησα ότι ορίζονται ξανά και ξανά από τη περίπτωση της µιας οικογένειας στην άλλη. Κάτι που κάνει µια διαφορά και δεν είναι συνδεδεµένο µε µια εθνική νοοτροπία ή συνήθεια ενός λαού, είναι οι οικονοµικές συνθήκες σε µία χώρα και αν εκείνες επιτρέπουν σε ένα παιδί, να κάνει αυτό το βήµα. Στην Ελλάδα σήµερα, µε τις δύσκολες οικονοµικές συνθήκες που περιορίζουν τα πάντα, µια πλήρης ανεξαρτησία των παιδιών από τους γονείς τους ή πιο γενικά την οικογένειά τους, έχει γίνει σχεδόν αδύνατη – δυστυχώς.

Στην Ελλάδα θεωρούµε συνήθως τυχερούς όσους φεύγουν στο εξωτερικό, ειδικά στην Γερµανία και σταδιοδροµούν εκεί, και µάλιστα για να είµαι εντελώς ειλικρινής και κάπως «ανώτερους» από την άποψη της νοοτροπίας, όταν επιστρέφουν εδώ. Πόσο ρόδινη είναι τελικά η γερµανική πραγµατικότητα;

Καθόλου δεν είναι – και σίγουρα δεν µπορεί να πει κανείς ότι όλα είναι απλά καλύτερα, εύκολα και πιο σωστά εκεί. Μια σηµαντική διαφορά ίσως να είναι, το ότι στην Γερµανία όταν θα µπεις πραγµατικά στον κόπο να κυνηγήσεις αυτό που θέλεις, θα υπάρξει µια ανταμοιβή. Αυτό δυστυχώς στην Ελλάδα του σήµερα αρκετές φορές απουσιάζει. Πρέπει να εκφράσω µεγάλο σεβασµό σε όλα τα άτοµα που έχω γνωρίσει από τότε που έχω επιστρέψει, που παρά τις δυσκολίες της καθηµερινότητας δεν τα βάζουν κάτω. Αλλά σε καµία χώρα δεν είναι απλό και εύκολο να κάνεις το δρόµο σου και να σε περιµένουν όλα έτοιµα χωρίς κόπο. Η κατάκτηση του προσωπικού µας ονείρου – αυτό για µένα αποτελεί και την πρόκληση και την χαρά. Με έναν τρόπο παρατήρησα, ότι ανάλογες νοοτροπίες µπορείς να τις συναντήσεις παντού: σε κάθε λαό, σε οποιαδήποτε χώρα, ανεξάρτητα αν είσαι στην Ελλάδα, στη Γερµανία, στην Αυστρία. Πλέον, δεν πιστεύω ότι µπορεί να το γενικεύσει κανείς αυτό και να το συνδέσει µε εθνικότητες και συγκεκριµένους λαούς. Όσον καλό και άξιο κόσµο, µε όρεξη και ενέργεια για δηµιουργία έχω γνωρίσει ως τώρα εκτός Ελλάδας – τόσους συνάντησα και στην Ελλάδα τώρα και ειδικά στην Αθήνα. Πουθενά δεν θα βρεις τα πράγµατα µπροστά σου δωρεάν και χωρίς αγώνα – και αυτό δεν θα ήταν και τόσο ωραίο.

Πόσο σκληρά χρειάστηκε να εργαστείς για να φτάσεις να γίνεις δεκτός στο Εργαστήρι Μαξ Ράινχαρντ και να φτάσεις να σκηνοθετείς στα τριάντα σου σε ένα από τα σπουδαιότερα θέατρα της Ευρώπης, όπως το Burgtheater στην Βιέννη;

Για µένα είναι µια σηµαντική ερώτηση, το τι θεωρούµε ως «δουλειά» και αν θα είναι µια δουλειά που µας γεµίζει πραγματικά. Από τη στιγµή που έγινα δεκτός σαν φοιτητής στο Εργαστήρι του Μαξ Ράινχαρντ στη Βιέννη το 2006, ακολούθησα µε όλη µου την ενέργεια και χαρά την επιθυµία µου να δηµιουργήσω στιγµές – τόσο για τη ζωή µου όσο και για τη θεατρική σκηνή. Δούλευα µέρα και νύχτα, όταν µε απασχολούσε µια ιδέα. Επειδή αγαπούσα και αγαπώ αυτό που κάνω, ελάχιστες στιγµές ως τώρα µου φάνηκαν σαν να ασχολούµαι µε µια «δουλεία».

“Η κρίση πλέον λειτουργεί και σαν καλοδεχούµενο επιχείρηµα, όπου και όποτε µας βολεύει, σε πολλές στιγµές και σαν πρακτικό άλλοθι για την συντήρηση απαράδεκτων καταστάσεων”

Η συνεργασία σου µε την Πειραµατική Σκηνή του Εθνικού πως προέκυψε;

Οι διευθυντές της Πειραµατικής Σκηνής Ανέστης Αζάς και Πρόδροµος Τσινικόρης, σαν γνώστες του γερµανόφωνου θεατρικού χώρου, είχαν παρακολουθήσει την επαγγελµατική μου πορεία ως σκηνοθέτη ελληνικής καταγωγής στη Γερµανία και την Αυστρία. Είχαµε έρθει σε επαφή για αρκετό καιρό πριν αποφασιστεί µια συνεργασία. Τον Μάιο του 2017 µου έστειλαν το κείµενο της “πισίνας”, και αφού βρήκα το κείµενο από την πρώτη στιγµή εξαιρετικό, µε ρώτησαν, εάν θα µε ενδιέφερε να αναλάβω την πρώτη παρουσίαση του έργου της Αλεξάνδρας Κ* στην Αθήνα.

Το θέατρο και γενικά η τέχνη εδώ, είναι από τους τοµείς που ανέκαθεν αντιµετώπιζαν προβλήµατα αλλά πολύ περισσότερο κατά την διάρκεια της κρίσης στη χώρας µας, µε αποτέλεσµα να υπάρχουν µεγάλα ποσοστά ανεργίας. Έξω ποια είναι η κατάσταση σε αυτό τον χώρο; Είναι εύκολο για έναν καλλιτέχνη να ζήσει από αυτό το επάγγελµα;

Εξαρτάται αυτό και διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Περίπου οι µισοί απόφοιτοι των 17 κρατικών δραµατικών σχολών στον γερµανόφωνο χώρο, µετά την αποφοίτησή τους πραγµατικά θα µπορέσουν να επιβιώσουν δουλεύοντας σε αυτό το επάγγελµα. Αν και δεν υπάρχει « η κρίση» σε αυτόν τον έντονο βαθµό στην ζωή των συνάδελφων στον γερµανόφωνο χώρο, εκείνοι θα αντιµετωπίσουν επίσης αρκετές δυσκολίες. Ο ανταγωνισµός είναι τεράστιος. Το θέατρο είναι ένας επαγγελµατικός χώρος που ήταν και θα είναι πάντα δύσκολος, ανεξάρτητα αν έχουµε κρίση σε µια χώρα ή όχι. Δυστυχώς, στη σηµερινή Ελλάδα και µέσα από τον διάλογο µε συνάδελφους Έλληνες, έχω παρατηρήσει αρκετές άσχηµες συµπεριφορές µέσα στον χώρο. Μια πραγµατική εκτίµηση του καλλιτέχνη και του έργου του είναι σπάνια. Η κρίση πλέον λειτουργεί και σαν καλοδεχούµενο επιχείρηµα, όπου και όποτε µας βολεύει, σε πολλές στιγµές και σαν πρακτικό άλλοθι για την συντήρηση απαράδεκτων καταστάσεων. Αµφισβητώ αν ισχύει πάντα αυτό το “Λυπάμαι, δεν γίνεται αλλιώς αυτή τη στιγμή”.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ και πάλι σε µια φράση της Γερµανίδας φίλης που λέει: «Εγώ δεν είµαι η οικογένειά σου, οικογένειά σου είναι τα παιδιά σου, που µόλις τα πυροβόλησες». Θεωρείς ότι η φράση αυτή είναι ενδεικτική και της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια;

Ας πούµε ότι σκέφτοµαι την Ευρωπαϊκή οικογένεια σαν έναν θίασο συντελεστών και µου ζητείται να κάνω µια διανοµή για το θεατρικό έργο, «Το τέλος της Ευρώπης», τότε πρώτον δεν θα δεχόµουν ότι έχουµε φτάσει σε αυτό το σηµείο και δεύτερον θα ήθελα οπωσδήποτε να αποφύγω να δώσω στην Ελλάδα αυτόν τον ρόλο. Αυτός ο ρόλος για την Ελλάδα – αν και της αξίζουν µεγάλες «εµφανίσεις» και θα χαιρόµουν να την έβλεπα στο κέντρο της σκηνής – θα ήταν υπερβολικά τραγικός και δυσανάλογα σηµαντικός. Το έργο αυτό δεν έχει πρωταγωνιστή. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή οικογένεια αυτή τη στιγµή, δηµιουργήθηκε – όπως σε κάθε οικογένεια – µε µια κοινή ευθύνη όλων των µελών της. Τώρα, είναι κοινή ευθύνη και πρόκληση για όλους µας, να αλλάξουµε ξανά την πορεία της – µαζί και από την αρχή.

Επίσημη σελίδα

No more articles