Inside Fashion

Τι επιφυλάσσει το μέλλον για την ελληνική μόδα μετά την πανδημία, σύμφωνα με τους ειδικούς

Μια καινούρια, πανδημική ασθένεια, εκατοντάδες χιλιάδες θύματα παγκοσμίως, σκληρά lockdowns παντού, social distancing, εξοντωτικό πλύσιμο χεριών, απαγορεύσεις, οδηγίες από εξαντλημένους επιστήμονες, κλειστές επιχειρήσεις, αναστολές λειτουργίας, τηλε-εργασία, χαμένες σεζόν, αυστηρά digital κοινωνικοποίηση, κλειστά σύνορα, ακυρωμένα events: αυτή είναι η νέα, δυστυχώς γνώριμη πραγματικότητα στην οποία προσπαθεί να αντεπεξέλθει ολόκληρος ο κόσμος, και ο κλάδος της μόδας δεν αποτελεί εξαίρεση.

Και αν οι σχετικές διεθνείς ειδήσεις μιλούν για τις μεγάλες εβδομάδες μόδας που δεν έγιναν, για εταιρείες-κολοσσούς που φτιάχνουν μάσκες, για μεγάλα brands που ενισχύουν την online παρουσία τους και για διαφημιστικές καμπάνιες φωτογραφημένες μέσω FaceTime, τι ακριβώς συμβαίνει με τη μόδα στην Ελλάδα, μία σαφώς διαφορετική αγορά που λειτουργεί με μικρότερα μεγέθη; Πώς διαχειρίστηκαν οι σχεδιαστές και τα δημιουργικά brands το κλείσιμο των καταστημάτων τους για τόσο μεγάλο διάστημα; Τι συνέβη με τις ακυρώσεις των παραγγελιών τους; Έχει χαθεί τελείως η καλοκαιρινή σεζόν; Τι είδους και πόσο μόνιμες αλλαγές πυροδότησε τελικά ο Covid-19 στον χώρο;


Το Ozon αναζήτησε απαντήσεις από σημαντικούς επαγγελματίες του κλάδου, οι οποίοι φώτισαν τα σοβαρά προβλήματα που έφερε η πανδημία, μοιράστηκαν τους προβληματισμούς τους για το παρόν και τις σκέψεις τους για το μέλλον της ελληνικής μόδας, τώρα που η Ελλάδα δείχνει σταδιακά να επανέρχεται σε μια στοιχειώδη κανονικότητα – ή, έστω σε μια πιο διαχειρίσιμη καθημερινότητα.


Γιώργος Ελευθεριάδης, designer

Ο σχεδιαστής Γιώργος Ελευθεριάδης υπογράμμισε το μεγάλο οικονομικό πλήγμα που δέχτηκαν οι δημιουργοί, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, καθώς «έχοντας σταματήσει η παγκόσμια και εγχώρια αγορά για δύο μήνες, παύει και η ζήτηση. Στην περίπτωση των σχεδιαστών που κάνουν και χονδρική, τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο σύνθετα, διότι οι πελάτες καθυστέρησαν ή ακόμα και προσπάθησαν να αποφύγουν την παραλαβή των παραγγελιών τους. Από όσο γνωρίζω, από μέρους των σχεδιαστών έγιναν εκπτώσεις στα προϊόντα, για να υποστηρίξουν τους πελάτες τους, από το μικρό κέρδος που αφήνει η χονδρική. Οι πληρωμές σε μεγάλο ποσοστό μεταφέρθηκαν στο τέλος της σεζόν, ενώ τα προϊόντα είναι ήδη πληρωμένα από εμάς στους δικούς μας συνεργάτες».

«Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ενάμισι με δύο χρόνια για να έρθουμε στα ίσια μας».

Σημαντική βοήθεια εκ μέρους της πολιτείας θα ήταν να υπάρξει η δυνατότητα να δοθούν «γρήγορα δάνεια με πραγματικά χαμηλό επιτόκιο, όπως προσφέρεται και από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και Ένωση, μέσω των προγραμμάτων στήριξης, ειδικά για τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπου ανήκουν οι δικές μας δουλειές». Διαφορετική προσέγγιση πιστεύει ακόμα ότι απαιτείται «για τις επιχειρήσεις που παράγουν στη χώρα, ώστε να υποστηριχτεί η πρωτογενής παραγωγή».

Όσο για τις αλλαγές που είναι σημαντικό να γίνουν στον χώρο, πρέπει «πρώτα απ’ όλα να σταματήσει αυτή η ατέλειωτη δημιουργία συλλόγων και να γυρίσουμε εκεί που ήμασταν μέχρι πρότινος, στις δύο συλλογές τον χρόνο, για να αποκτήσουν ξανά τα ρούχα αξία», μία συζήτηση που έχει ξεκινήσει δυναμικά και διεθνώς, εξάλλου, όπως επισημαίνει.

O σχεδιαστής μάς λέει ότι το πρώτο σημαντικό βήμα από τους Έλληνες σχεδιαστές, «να ξανασυγκεντρωθούμε όλοι μαζί με ένα σωματείο, ώστε πρώτα απ’ όλα να αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί τα κοινά μας προβλήματα», έχει γίνει. Και συμπληρώνει ότι «η ύπαρξη του ελληνικού συμβούλιου σχεδιαστών μόδας και μέσα από αυτό η ενίσχυση και ανάπτυξη της εμπορικής και δημιουργικής παρουσίας στη χώρα μας και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας», θα αποδειχθούν τελικά οι θετικές πλευρές των αλλαγών που πυροδότησε η πανδημία.

Ιωάννα Κουρμπέλα, designer


Την αμηχανία και τη στάση αναμονής στην οποία βρίσκονται οι Έλληνες σχεδιαστές μάς μετέφερε η σχεδιάστρια Ιωάννα Κουρμπέλα. «Ελπίζω να μη χαθεί εντελώς η καλοκαιρινή σεζόν και στη συνέχεια να δοθεί ελπίδα στη χειμερινή που θα ακολουθήσει», λέει, εκφράζοντας την ανησυχία της για το πόσο θα διαρκέσει αυτή η συνθήκη, ώστε να μη χάσουν οι δημιουργοί τους ρυθμούς τους.

Για να μπορέσει ο κλάδος να ορθοποδήσει ξανά, πρέπει να εξαλειφθεί το αίσθημα του φόβου και να ξανανιώσουμε όλοι ασφαλείς, ωστόσο, υπάρχουν πρακτικά βήματα που πιστεύει ότι θα ήταν σημαντικό να γίνουν για την αποτελεσματική στήριξη των επαγγελματιών: «Θα επιδίωκα να εκφραστούν οι ανάγκες του κλάδου από διαφορετικούς εκπροσώπους του. Ξέρετε, υπάρχουν άλλα ζητούμενα σε μια εταιρεία που απασχολεί 50 ή 100 άτομα και παράγει χιλιάδες ρούχα τη σεζόν, σε σχέση με αυτά ενός atelier που υλοποιεί bespoke παραγγελίες. Η μορφή της δικής μας εταιρείας δραστηριοποιείται στους παραπάνω τομείς οπότε μπορώ να έχω μια ευρεία αντίληψη για τις ανάγκες που έχουν προκύψει», εξηγεί. Ακόμα, «θα ήταν χρήσιμο να ενισχυθούν οικονομικά οι εταιρείες-atelier που πραγματοποιούν την παραγωγή τους στην Ελλάδα για να μπορέσει να μη διαταραχθεί έντονα αυτό που με πολύ κόπο την τελευταία δεκαετία προσπαθούμε να αναπτύξουμε και να αναβιώσουμε, την επιστροφή της παραγωγικής διαδικασίας στη χώρα μας και τη διαφύλαξη του ελληνικού DNA στον σχεδιασμό».

«Θα ήταν χρήσιμο να ενισχυθούν οικονομικά οι εταιρείες-atelier που πραγματοποιούν την παραγωγή τους στην Ελλάδα.»

Υπάρχει, όμως, και μία ακόμα αλλαγή που με έναν τρόπο ενίσχυσε τελικά η πανδημία και αυτή είναι η στροφή στην ηθική και βιώσιμη μόδα. «Αυτό που εδώ και καιρό η μόδα προσπαθεί να υιοθετήσει είναι να καταφέρει να μειώσει το ενεργειακό της αποτύπωμα. Η συνειδητή κατανάλωση και το “buy less but buy better” είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα», σημειώνει η σχεδιάστρια.

Μία ακόμα ανάγκη που πιστεύει ότι ήταν επιτακτική και τελικά αναδείχθηκε ως προτεραιότητα με συνοπτικές διαδικασίες από την πανδημία και για τους Έλληνες σχεδιαστές είναι η ύπαρξη online καταστημάτων, που πλέον «οφείλουν να είναι μέρος της εμπειρίας του shopping».

Αντιγόνη Βιντιάδη, fashion fair Andydote


Για τον βαθμό στον οποίο ανέτρεψε την επιχειρηματικότητα η πανδημία μίλησε η δημιουργός του fashion fair Andydote, που αναδεικνύει ελληνικά designer brands, Αντιγόνη Βιντιάδη. «Κάποιοι είχαν ετοιμάσει τις συλλογές τους, κάποιοι άλλοι έμειναν στη μέση της παραγωγής, πολλοί θα έπαιρναν μέρος σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και ξαφνικά, η απόλυτη αποδιοργάνωση». Και η ίδια, όπως και οι designers παραπάνω, μιλά για την ανάγκη υποστήριξης του κλάδου από το κράτος, «κάτι που συμβαίνει και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες».

«Οι δημιουργοί πρέπει να αναπτύξουν την ηλεκτρονική τους παρουσία μέσω των διαθέσιμων εφαρμογών του διαδικτύου.»

Πιστεύει ακόμα ότι οι δημιουργοί «πρέπει να αναπτύξουν την ηλεκτρονική τους παρουσία μέσω των διαθέσιμων εφαρμογών του διαδικτύου». Εξάλλου, και η Andydote επεξεργάζεται νέες στρατηγικές και μελετά «νέους τρόπους για την επιχειρηματική εξέλιξη των δημιουργών», δεδομένου ότι το concept της έκθεσης όπως το ξέραμε δεν είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον προς το παρόν.

Μιχάλης Πάντος, NGFL creative director


Στην ακύρωση και του NGFL (New Generations Fashion Lines) οδήγησε, αυτονόητα, η πανδημία, όπως μας είπε ο creative director αυτού του event που αναδεικνύει με catwalks, installations και εκθέσεις τη νέα γενιά των Ελλήνων σχεδιαστών, Μιχάλης Πάντος: «Ακυρώθηκε και χάθηκε η σεζόν, εφόσον η μόδα, ως seasonal, προχωράει ανά εξάμηνο. Το νόημα ήταν το NGFL να γίνει Μάρτιο-Απρίλιο, να έχουν το υλικό στο χέρι τους οι σχεδιαστές και ήδη και οι τελευταίοι να δειγματίσουν. Όλον αυτόν τον καιρό, που δεν μπορούσαμε να συναντηθούμε και όλοι είχαν το άγχος τους για το τι θα γίνει, ήταν δύσκολη και η επικοινωνία. Τώρα προετοιμαζόμαστε να κάνουμε ένα ντέμο, εν είδει προσομοίωσης, για να δούμε κατά πόσο μπορεί αυτό να αντικαταστήσει το ήδη χαμένο event ή να λειτουργήσει συμπληρωματικά στο μέλλον με το επόμενο».

Όπως σχολιάζει, όμως, ο Μιχάλης Πάντος, μπορεί να δοκιμάζονται νέα, digital formats διεθνώς, ακόμα και για να αντικατασταθούν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, οι εβδομάδες μόδας που ακυρώθηκαν, παρόλ’αυτά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ίντερνετ προσφέρει κάτι διαφορετικό, που δεν μπορεί να αντικαταστήσει το συγκεκριμένο live event: «Στόχος του live είναι να το δουν οι δημοσιογράφοι και οι buyers, και να προσεγγίσουν ακόμα καλύτερα την ιδέα και το όραμα του σχεδιαστή. Και εγώ λοιπόν δοκιμάζω κάποια πράγματα τώρα, αλλά όχι για να αντικατασταθεί γενικά το event, παρά ως εναλλακτική για αυτό το διάστημα μέχρι το εμβόλιο».

«Το ίντερνετ προσφέρει κάτι διαφορετικό, που δεν μπορεί να αντικαταστήσει το live event.»

Επιπλέον, ακόμα και τώρα που βγήκαμε από το lockdown, «η ανάκαμψη θα είναι δύσκολη για τη σεζόν, γιατί η τροφική αλυσίδα έχει διακοπεί και υπάρχουν κενά. Εξάλλου, ουσιαστική ανάκαμψη σημαίνει να βγει ο κόσμος και να ψωνίσει, αλλά και πάλι, κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν το φθινόπωρο θα επανέρθει ο κορονοϊός. Οπότε καλό είναι να παρατηρούμε τα πράγματα και να είμαστε λίγο εγκρατείς, όσο γίνεται χωρίς άγχος». Ωστόσο, αυτή η στάση αναμονής είναι σημαντικό να συνδυαστεί με μια νότα αισιοδοξίας, από την άποψη ότι «σε όλα υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά. Κάτω από καμία συνθήκη δε θα μπορούσε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, άρα κάποια αξία πρέπει να υπάρχει πίσω από αυτό».

Εξάλλου, «το DNA της μόδας είναι η αλλαγή. Τα τελευταία όμως χρόνια η ταχύτητα της αλλαγής ήταν τόσο μεγάλη, που οι άνθρωποι εξαντλούνταν». Οπότε, με αφορμή την πανδημία, που «δεν είχαμε τίποτ’ άλλο στο μυαλό μας πέρα από αγωνία για την υγεία μας, για την πόλη μας, για τη χώρα μας και για τον πληνήτη ολόκληρο, πολλοί άνθρωποι ήρθαν πιο κοντά στο sustainability, στο περιβάλλον – προβληματίστηκαν. Αυτή η στροφή είναι θεμελιώδης για την αλλαγή και στη μόδα», πιστεύει.

Αλεξάνδρα Πολυμενάκου, AP Showroom


Το ότι αυτή η μεγάλη κρίση του κορονοϊού άλλαξε τον τρόπο ζωής μας, κάνοντας πρωταρχικό ζητούμενο τη «βιωσιμότητα των πάντων, με κάθε έννοια», παρατηρεί και η Αλεξάνδρα Πολυμενάκου, που, μέσα από τον χώρο του AP Showroom, δίνει τη δυνατότητα σε επιλεγμένους Έλληνες σχεδιαστές να παρουσιάσουν και να διαθέσουν τις δημιουργίες τους. Όπως μας λέει, μια άμεση, πρακτική αλλαγή που θα αποδειχτεί απαραίτητη, είναι «το “μάζεμα” των συλλογών από τους σχεδιαστές και τις εταιρείες. Δηλαδή, λιγότεροι κωδικοί, με μεγαλύτερη ευελιξία στο ύφος». Το πλήγμα του lockdown ήταν μεγάλο, αφού «προκάλεσε αυτόματα τη διακοπή πωλήσεων στα φυσικά καταστήματα λιανικής και ως εκ τούτου το ίδιο συνέβη στη χονδρική πώληση. Αυτό σημαίνει, φυσικά, ότι χάθηκε ένα μεγάλο μέρος τζίρου και μάλιστα, σε ό,τι αφορά τη χονδρική, δημιουργήθηκε σημαντικό στοκ από εμπορεύματα της τρέχουσας σεζόν που δε διατέθηκαν στα καταστήματα. Η ανασφάλεια και ο φόβος από την άλλη, για ένα πιθανό δεύτερο κύμα τον χειμώνα, φρενάρει και τις αγορές – πωλήσεις για την επερχόμενη χειμερινή σεζόν».

Για να μπορέσει το κλίμα να αναστραφεί και να προχωρήσει ο κλάδος σε ανάκαμψη, θα πρέπει να υπάρξουν «υποστηρικτικά οικονομικά μέτρα από την πολιτεία, που δυστυχώς, μέχρι τώρα, φαίνονται ανεπαρκή». Αλλά και «οι άνθρωποι του κλάδου, σε όλο το φάσμα του, θα πρέπει αρχικά να συσπειρωθούν, να ενώσουν τις φωνές τους για στήριξη και παροχές απέναντι στο κράτος». To γεγονός, μάλιστα ότι η εξωστρέφεια της ελληνικής μόδας δεν ήταν ποτέ δεινή, αφού «ο συνήθης τρόπος “εξαγωγής” ρούχων και άλλων ελληνικών δημιουργιών τα τελευταία χρόνια, είναι μέσω της πώλησης στους τουριστικούς προορισμούς», την κάνει ακόμα πιο ευάλωτη στην κρίση.

«Θα πρέπει να υπάρξουν υποστηρικτικά οικονομικά μέτρα από την πολιτεία, που δυστυχώς, μέχρι τώρα, φαίνονται ανεπαρκή.»

Η ίδια πιστεύει ότι, ιδιαίτερα τα μικρότερα brands, που πλήττονται περισσότερο, για να τα καταφέρουν «θα πρέπει πρώτα απ΄ όλα να εξασφαλίσουν ρευστότητα, να δώσουν βάρος στη προβολή τους και σε έξυπνες, στοχευμένες προτάσεις». Επιπλέον, όλοι πρέπει να εκμεταλλευτούν την εξοικείωση με το διαδίκτυο που αναγκαστικά έφερε η πανδημία, μία αναγκαιότητα που, κατά τη γνώμη της, δεν είχαν όλοι αντιληφθεί στην ελληνική αγορά.

Έλις Κις, δημοσιογράφος, Fashion Features Director, Vogue Greece


Για τη διαφορά των μεγεθών μάς μίλησε και η Έλις Κις, δημοσιογράφος, Fashion Features Director της Vogue Greece. Σημειώνει ότι το γεγονός πως όλος ο κόσμος αντιμετωπίζει αυτήν τη στιγμή το ίδιο πρόβλημα δε σημαίνει ότι παντού θα υπάρχει η ίδια αντίδραση: «Δεν είμαστε μια βιομηχανία μόδας όπως της Ιταλίας ή της Κίνας, για πολλούς λόγους· έχουμε ταλέντο μόδας και μια σχετική παραγωγή, σαφέστατα μπορούμε να μιλήσουμε για κλειστά καταστήματα και μειωμένους τζίρους, και να συζητήσουμε για το τι μπορεί να γίνει ψηφιακά, αλλά να μιλήσουμε για εβδομάδες μόδας και το τι πρέπει να γίνει, όπως στο Παρίσι και το Μιλάνο, δεν μπορούμε», παρατηρεί. Αυτό που βλέπουμε να ακούγεται αρκετά και μπορεί να συμβεί είναι η ενθάρρυνση «να στραφούμε λίγο προς τους Έλληνες. Δηλαδή αν έχουμε όρεξη να ξοδέψουμε, γιατί να μην ξοδέψουμε σε κάτι εγχώριο;». Ωστόσο, επισημαίνει η Έλις Κις, «είμαστε ήδη σε έναν κλάδο που είχε προβλήματα από παλιότερα, δεν περιμέναμε τον Covid-19 για να μιλήσουμε για την επόμενη μέρα».

Παράλληλα, παρατηρεί ότι υπήρχαν δύο τάσεις το τελευταίο διάστημα, από τη μία εσωστρέφειας και από την άλλη εξωστρέφειας, στις οποίες η κρίση είχε διαφορετικού είδους αντίκτυπο. Ειδικότερα, υπήρχαν «κάποιοι πιο established σχεδιαστές που είχαν κάνει πιο εξωστρεφείς κινήσεις, και η κρίση το αναίρεσε αυτό. Έτσι αναγκάστηκαν να γυρίσουν στο πιο γνώριμο ρούχο ατελιέ, στο ρούχο του γάμου, της νύφης, της κουμπάρας, δηλαδή σε αυτήν την πιο γνώριμη μέθοδο εργασίας».

Από την άλλη, μέσα στην κρίση, υπήρξαν νέα brands «που ήταν λίγο πιο εξωστρεφή από την αρχή τους, απευθύνονταν και σε αγορές του εξωτερικού, και με κάποιο heritage ελληνικό που είχαν». Έτσι, είναι δύσκολο να πούμε ότι, μετά από δύο μήνες lockdown υπήρχε μια καθαρή εικόνα για τις ακριβείς απώλειες σε όλους. «Σημαντικό είναι επίσης και το θέμα του γάμου, που για μένα είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα της εγχώριας αγοράς. Ο γάμος κρατάει πάρα πολύ τον ελληνικό κλάδο της μόδας και πολλοί σχεδιαστές περιμένουν αυτήν τη σεζόν για να κάνουν νυφικά».

«Υπάρχουν πρώτες ύλες, υπάρχει βαμβάκι, έχουμε ακόμα μετάξι, έχουμε αυτό το κομμάτι που μας συνδέει με την παραγωγή.»

Σε γενικές γραμμές, πάντως, στην Ελλάδα «συζητάμε τι θα γίνει παγκοσμίως, αν θα ηρεμήσει λίγο η παγκόσμια παραγωγή και θα σταματήσουν αυτούς τους ρυθμούς οι αλυσίδες του fast fashion, αλλά αυτές οι συζητήσεις δε μας αφορούν άμεσα, καθώς η δική μας αγορά είναι διαφορετική. Το αν ένας οίκος γρήγορης μόδας δεν έχει να προτείνει δέκα διαφορετικά μπλουζάκια αυτήν την εβδομάδα μας αφορά, βέβαια, ως καταναλωτές περισσότερο». Επιπλέον, δεν είμαστε η παραγωγική Ελλάδα που ήμασταν κάποτε, που μπορούσαμε να παίξουμε έναν ρόλο στα πράγματα. Παρόλ’ αυτά υπάρχουν πρώτες ύλες, υπάρχει βαμβάκι, έχουμε ακόμα μετάξι, έχουμε αυτό το κομμάτι που μας συνδέει με την παραγωγή, όμως άλλο η παραγωγή βαμβακιού, άλλο να έχεις ένα ελληνικό brand, άλλο να κάνεις νυφικά. Έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα το πράγμα».

Όσον αφορά την κουβέντα για τη βιωσιμότητα, που είχε βέβαια ανοίξει πριν την πανδημία, αλλά έγινε εντονότερη και πιο ηχηρή το τελευταίο διάστημα, η Έλις Κις αναγνωρίζει ότι υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ότι «έχει μπει ένα μικρό κομματάκι στο κεφάλι μας και ως καταναλωτών και ως επαγγελματιών του χώρου. Σαφέστατα, η νέα γενιά, που σήμερα ξεκινάει να σχεδιάζει, την έννοια της ηθικής και της βιωσιμότητας την έχει στο DNA της, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς».

Στέλλα Ράπτη, Εκδότρια Print/Digital, Όμιλος Αττικών Εκδόσεων


Η Στέλλα Ράπτη, Εκδότρια Print/Digital του Ομίλου Αττικών Εκδόσεων, αναφέρθηκε κατ΄αρχάς στις θεμελιώδεις αλλαγές «που υφιστάμεθα στο αξιακό μας σύστημα, αλλαγές που θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και τον οπτικό μας πολιτισμό. Θεωρώ ότι η μόδα παγκοσμίως, αυτήν την στιγμή, και η ελληνική ακόμη περισσότερο, γιατί παίζει σε ένα μικρό πλαίσιο, ζει μια υπαρξιακή κρίση σε πρώτο επίπεδο, και μια δεύτερη κρίση σε business επίπεδο, με 34% πτώση παγκοσμίως σε λιανικές πωλήσεις. Πρόκειται για ένα ασύλληπτο ποσοστό, γιατί οι άνθρωποι ναι μεν πήγαν στο online shopping και έφυγαν από τα φυσικά καταστήματα, ωστόσο, σύμφωνα με έρευνες, ακόμα και εκεί υπάρχει πτώση στις πωλήσεις, της τάξης του 5 με 20% στην Ευρώπη και 30 με 40% στην Αμερική. Το θέμα είναι ότι ο κόσμος έχει στραφεί σε πιο ουσιώδη ζητήματα και αγοράζει πράγματα απαραίτητα για την επιβίωσή του. Επειδή λοιπόν δεν υπάρχει το demand και έχουν κλείσει τα καταστήματα, δεν υπάρχει και η αντίστοιχη παραγωγή».

«Στην προ καραντίνας εποχή, το κοινό είχε αρχίσει να εκπαιδεύεται στο sustainability, αλλά τώρα περνάει σε crash course mode.»

Ουσιαστικά, λοιπόν, η σκληρή πραγματικότητα αναγκάζει τους πάντες να περάσουν από τη θεωρητική συζήτηση στη πράξη, για ό,τι πρόκειται να αλλάξει: «Συζητούσαμε για sustainability, για την ηθική πλευρά της μόδας, αλλά ήταν λίγο φιλολογική η προσέγγιση. Μετά τον κορονοϊό τα πράγματα έχουν αρχίσει να τρέχουν πάρα πολύ γρήγορα και ο κόσμος θα γίνει λιγότερο ανεκτικός με τις εταιρείες που δεν το σκέφτονται αυτό καθόλου». Ο ρόλος, λοιπόν, που πρόκειται να διαδραματίσει το κοινό στις επερχόμενες αλλαγές είναι πολύ σημαντικός, εξηγεί η Στέλλα Ράπτη. «Δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι που ήμασταν πριν την καραντίνα. Στην Π.Κ. (προ καραντίνας) εποχή, το κοινό είχε αρχίσει να εκπαιδεύεται στο sustainability, αλλά τώρα, Μ.Κ. (μετά καραντίνα), περνάει σε crash course mode». Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, και ότι η συρρίκνωση στον χώρο της μόδας έχει να κάνει και με το πορτοφόλι αυτού που ψωνίζει, και «όσες εκπτώσεις και να γίνουν, γιατί θα αναγκαστούν να κάνουν, για να ξεστοκάρουν, το κοινό είναι πια πιο επιλεκτικό».

Ενδιαφέρον προμηνύεται το μέλλον και όσον αφορά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης γενικότερα, αλλά και εκείνων που ασχολούνται με τη μόδα ειδικότερα. «Το πρώτο πράγμα που κόπηκε, πολύ πριν κλείσουν τα καταστήματα, ήταν η διαφήμιση. Θα ακούσουμε για πολλά περιοδικά που κλείνουν, θεωρώ ότι θα ακούσουμε για μικρούς ομίλους που απορροφήθηκαν από μεγάλους, για μεγάλη στροφή στο κομμάτι του digital, το οποίο έχει και πολύ μικρό κόστος παραγωγής». Αλλά και ο τρόπος που παρουσίαζεται η μόδα φαίνεται ότι θα αλλάξει, καθώς, μια και τα ταξίδια δεν είναι πια εύκολα, θα πρέπει μάλλον να ξεχάσουμε τις εντυπωσιακές φωτογραφίσεις σε μέρη εξωτικά, μας λέει. «Ωστόσο, επειδή κανένας δε θα μπορεί να λειτουργήσει μόνος του, τόσο οι σχεδιαστές όσο και οι creatives αλλά και το business θα έρθουν σε συνεργασία, θα υπάρξει ανταλλαγή ιδεών και από αυτήν την άποψη αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εποχή. Δυστυχώς, όλες αυτές οι αλλαγές θα έχουν τεράστιο κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό».

Κατά πόσο μπορούμε λοιπόν να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον; «Είναι πολύ δύσκολο ακόμα να μιλήσουμε για την επόμενη μέρα, καθώς είναι όλοι επικεντρωμένοι στο πώς θα επιβιώσουν. Πάντως, το digital είναι σίγουρα αυτό το οποίο θα αναπτυχθεί πάρα πολύ και θα δώσει νέα πνοή, προς ποια κατεύθυνση ακόμα δεν μπορώ να πω, αλλά είναι κάτι στο οποίο θα πατήσουμε πολύ μελλοντικά».

 

Από την Ελένη Φιλιππίδου